"H φανταστική ελπίδα μπορεί ν' αρπάξει το ίδιο γερά έναν άνθρωπο όσο κι η πραγματικότητα"

"Charles Dickens"

Κυριακή 3 Απριλίου 2011

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΥ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Το κόκκινο φορτηγάκι έκανε το γύρο του πάρκου και φρενάρισε απότομα μπροστά στο μεγάλο νεοκλασικό σπίτι στη γωνία του δρόμου.
Το σπίτι φάνταζε επιβλητικό και ανέδυε μια παλιά αρχοντιά παρά την πρόσφατη ανακαίνιση του. Τα παιδιά κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και ξεχύθηκαν χαρούμενα στο μικρό πάρκο. Άλλωστε είχαν μουδιάσει μέσα στο αυτοκίνητο τη μία ώρα της διαδρομής τους μέχρι να φτάσουν στο καινούργιο τους σπίτι.
Οι γονείς τους ούτε που τους έφεραν αντίρρηση γιατί ήθελαν να δουν εάν ολοκληρώθηκε η πρόσφατη ανακαίνιση της νέας κατοικίας τους που κληρονόμησαν πριν ένα χρόνο από τη γιαγιά Αρετή , τη μητέρα της μαμάς τους.
Η γιαγιά Αρετή έζησε εκεί τα παιδικά της χρόνια και ξανά επέστρεψε όταν πάντρεψε τη μοναχοκόρη της. Εκεί άφησε και την τελευταία της πνοή πεθαίνοντας ευτυχισμένη στο σπίτι της αγαπημένης της μητέρας της Ρόζας και των παππούδων της του Νέστορα και της Αρετής.
Η κόρη της γιαγιάς Αρετής άνοιξε τη βαριά φρεσκοβαμμένη πόρτα και προχώρησε στο σαλόνι.
<<Θεέ μου>> φώναξε ,<< το σπίτι είναι υπέροχο μετά την ανακαίνιση. Τα έπιπλα μας ταίριαξαν θαυμάσια. Είναι άνετο και λειτουργικό , τι λες αγάπη μου κι εσύ είπε στον άντρα της>>.
<<Ναι έχεις δίκιο>> απάντησε αφηρημένα εκείνος , ανιχνεύοντας το νέο χώρο σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά.<< Μετανιώνω όμως που δεν φτιάξαμε τη σοφίτα μόνο τη γεμίσαμε με ένα σωρό παλιά πράγματα της μητέρας σου>>.
<<Α όχι>> ανταπάντησε εκείνη –<< η σοφίτα θα μείνει όπως είναι μέχρι να φτιαχτεί το υπόγειο για να μπουν εκεί κάποια από τα οικογενειακά κειμήλια της μητέρας μου>>.
<<Εντάξει , εντάξει δεν θα μαλώσουμε και γι’ αυτό>> είπε εκείνος και ανέβηκε γοργά την φρεσκολουστραρισμένη ξύλινη σκάλα του σπιτιού που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια.
<<Τι φωτεινά δωμάτια >>αναφώνησε κοιτώντας από το παράθυρο τα παιδιά του να παίζουν στο πάρκο.<< Ας τακτοποιήσουμε γρήγορα ότι μπορούμε και να φτιάξουμε κάτι πρόχειρο να φάμε ή να παραγγείλουμε κάτι ,γιατί τα παιδιά θα έχουν ήδη πεινάσει τι λες αντιλάλησε η φωνή της γυναίκας από τον κάτω όροφο>>. <<Όπως νομίζεις>> είπε εκείνος κι άρχισε να ανοίγει τις βαλίτσες τους για να αεριστούν τα ρούχα.
Δυο ώρες μετά το ζευγάρι δεν είχε τελειώσει ακόμα τις δουλειές τους ενώ οι μικροί μπόμπιρες δεν έλεγαν να ξεκουραστούν.
<<Ιάσωνα – Άρτεμη φώναξε η μητέρα τους – ώρα για φαγητό>>. <<Ερχόμαστε μαμά>> απάντησε ο μικρούλης και τραβώντας από το χέρι την αδελφούλα τράβηξαν για το σπίτι.

Το τραπέζι στρώθηκε πρόχειρα και η οικογένεια κάθισε να φάει. Οι γονείς μετά το φαγητό εμφανώς κουρασμένοι , αφέθηκαν στις αναπαυτικές καρέκλες του σαλονιού και σχεδόν αποκοιμήθηκαν όρθιοι δεν ίσχυε όμως το ίδιο και για το μικρό Ιάσωνα και τη μικρή Άρτεμη.

Μετά την εξερεύνηση που έκαναν στο πάρκο , σειρά είχε τώρα η εξερεύνηση του νέου τους σπιτιού. <<Από πού να αρχίσουμε>> ρώτησε ο Ιάσωνας .<< Πάμε και θα δούμε>> απήντησε η μικρούλα τρέχοντας προς την ξύλινη σκάλα του σπιτιού.
Tα παιδιά πέρασαν τρέχοντας απ’ όλα τα δωμάτια και σταμάτησαν στην δρύινη πόρτα στο τέλος του διαδρόμου. Έσπρωξαν το μπρούτζινο πόμολο σε σχήμα χεριού και μπήκαν.

../..


Μπροστά τους απλωνόταν μια παλιά ξύλινη σκάλα. Σε κάθε τους πάτημα τα σκαλοπάτια έτριζαν . Στο τέλος της σκάλας μια διπλή τζαμένια πόρτα τους περίμενε. Στα τζάμια ήταν χαραγμένοι άγγελοι. Τα παιδιά εντυπωσιάστηκαν . Έσπρωξαν τα θυρόφυλλα και μπήκαν μέσα. Το λιγοστό φως που έμπαινε από το παράθυρο της σοφίτας τους άφησε να διακρίνουν καλύτερα το δωμάτιο. Ο Ιάσωνας τράβηξε τη χιλιοτριμμένη γαλάζια κουρτίνα και οι ακτίνες του ήλιου τρύπωσαν στο παλιό δωμάτιο. Τα παιδιά άνοιξαν τα μάτια τους με έκπληξη. Ένα παλιό σκαλιστό κρεβάτι – ένα λευκό πιάνο – πίνακες ζωγραφικής στόλιζαν το ξεχασμένο από το χρόνο δωμάτιο. Οι πολυκαιρισμένες κουρτίνες κάλυπταν τα δύο παράθυρα της σοφίτας. Το ένα έβλεπε προς το παρκάκι της γειτονιάς τους ενώ το άλλο είχε θέα προς τη θάλασσα.
Παλιά σκονισμένα βιβλία – δυο ασημένια κηροπήγια – ένα σεκρετέρ και μία βιβλιοθήκη γεμάτη παλιά βιβλία , ένα σκαλιστό μπαούλο, έκανε τα παιδιά να μείνουν άφωνα.
Το ξύλινο πάτωμα έτριζε σε κάθε τους βήμα και η μούχλα που ανέδυε το δωμάτιο το έκανε πιο μυστηριακό. Τα παιδιά άρχισαν να σκαλίζουν ότι έβρισκαν γύρω τους χωρίς να μιλούν .
Η Άρτεμη πήγε στο σεκρετέρ το άνοιξε και άρχισε να ψάχνει . Πένες – χαρτιά ένα άδειο μελανοδοχείο υπήρχαν στο συρτάρι του.<< Μπα τίποτε το σπουδαίο>> είπε η μικρή και προσπάθησε να το κλείσει. Όμως δεν τα κατάφερε. Θα έχει σκεβρώσει από τα χρόνια σκέφτηκε και ξαναπροσπάθησε , όμως τίποτα.
<<Ιάσωνα έλα να με βοηθήσεις >>φώναξε στον αδελφό της. Ο Ιάσονας που χάζευε ένα καβαλέτο και σύνεργα ζωγραφικής πήγε κοντά της. Προσπάθησαν ξανά και ξανά μαζί μα το συρτάρι δεν έλεγε να κλείσει. Ο Ιάσωνας γονάτισε να δει. Το συρτάρι είχε σπάσει και στο βάθος του υπήρχε μια εσοχή . Έβαλε το χέρι του και τράβηξε ένα παλιό δερματόδετο βιβλίο.
<<Κοίτα Άρτεμη>> αναφώνησε λες και βρήκε κανένα θησαυρό .<< Βρήκα ένα βιβλίο έλα να το δούμε>>.
Η Άρτεμη υπάκουσε και καθισμένοι και οι δυο στο πάτωμα άρχισαν να το ξεφυλλίζουν.
Το βιβλίο ήταν γραμμένο με το χέρι. Το υπόγραφε η Αρετή Καλομοιρίδη και είχε τίτλο <<Το ταξίδι μου στον κήπο του Ουρανού>>.
Τα παιδιά βάλθηκαν να διαβάζουν μια ιστορία παράξενη , που έμοιαζε σαν παραμύθι και είχε γραφτεί από κάποιο κορίτσι που το έλεγαν Αρετή και είχε ζήσει λέει δύο ζωές. Στη δεύτερη ζωή της αποφάσισε να καταγράψει τα όσα έζησε στην πρώτη της ζωή και να τα αφήσει παρακαταθήκη στους απογόνους της ελπίζοντας να τους πείσει πώς ο θάνατος δεν είναι το τέλος αλλά η αρχή μιας άλλης ζωής γι άλλους καλύτερη και γι άλλους χειρότερη. Ακόμη ήθελε να τους μεταδώσει την πίστη και την ελπίδα στο Ύψιστο Θεό , που σύμφωνα με εκείνη δεν είναι απλά κάτι που φανταζόμαστε αλλά υπάρχει. Υπάρχει μέσα μας και γύρω μας – υπάρχει παντού κι ότι όποιος πιστεύει σ’ αυτόν δεν χάνεται.
Μετά από ένα σύντομο πρόλογο τα παιδιά ξεκίνησαν να διαβάζουν την ιστορία της Αρετής και δεν σήκωσαν τα μάτια από το βιβλίο μέχρι το τέλος.


Αρκετά χρόνια αργότερα ………………………………………………………………….

<<Και τώρα θα σας διαβάσω την ιστορία όπως άρχισε>> είπε η ηλικιωμένη κυρία , βάζοντας τα γυαλιά της ενώ δυο ζευγάρια παιδικά μάτια περίμεναν με αγωνία ν’ ακούσουν την ιστορία από το στόμα της γιαγιάς , που κρατούσε με ευλάβεια στα χέρια ένα παλιό δερματόδετο βιβλίο γραμμένο στο χέρι.
<<Μα ξεκίνησε επιτέλους γιαγιά Άρτεμη σε παρακαλώ>> είπε η μικρή εγγόνή της. Και η γιαγιά παίρνοντας ύφος σοβαρό ξεκινήσει συγκινημένη την αφήγησή της.



To βράδυ αυτό ήταν πραγματικά ατελείωτο για μένα. Γύρισα το βλέμμα προς τα έξω. Ο ουρανός είχε πάρει το συνηθισμένο μαβί χρώμα του καθώς άστραφταν σαν μικρά διαμάντια τ’αστέρια επάνω του. Το φεγγάρι ολόγιομο χρυσαφένιο έριχνε το μαγικό φως του μέσα από τα τζάμια του παράθυρου της κρεβατοκάμαρας μου με τις γαλάζιες κουρτίνες.
Πριν χρόνια όταν ακόμη μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου από εκείνο το παράθυρο μπορούσα να δω τον κόσμο ολόκληρο, να κάνω όνειρα απραγματοποίητα – σκέψεις που έφευγαν σαν χρωματιστές πεταλούδες.
Η ζωή μου ήταν γεμάτη χρώματα, κάθε στιγμή , κάθε λεπτό ήταν για μένα ξεχωριστό.
Ομορφα και άσχημα πράγματα είχαν το δικό τους χρώμα, τη δική τους μουσική.
Η ζωή είναι ωραία και το καταλαβαίνω τώρα στα γεράματα. Ξαπλωμένη σ’ ένα μεγάλο ξύλινο κρεβάτι περιτριγυρισμένη από φίλους και συγγενείς , έτοιμη να παραδώσω την ψυχή μου σ ’Εκείνον ,τον υπέρτατο όπως λένε κάποιοι , το Θεό ή όπως αλλιώς αποκαλούν αυτήν τη δύναμη.
Έζησα μια ζωή γεμάτη , είμαι χορτασμένη απ’ όλα , οι φίλοι στα νιάτα μου με φώναζαν το κορίτσι με τα πολλά ταλέντα. Ασχολήθηκα με όλα . Τη συγγραφή βιβλίων, τη ζωγραφική, τη μουσική , το χορό το θέατρο , την πολιτική. Έκανα ταξίδια σ’ όλο τον κόσμο . Θεωρώ πως τα έζησα όλα. Ότι επιθύμησα το πραγματοποίησα , έτρωγα τη ζωή μου , τη ρουφούσα κυριολεκτικά λες και κάθε μέρα μου θα ήταν η τελευταία και έπρεπε να προλάβω να τα ζήσω όλα. Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, κι έζησα τη χαρά της μητρότητας όταν έφερα στον κόσμο τα δυο μου αγγελούδια τον Ιούλιο και τη Ρόζα. Ο Ιούλιος δυναμικός και τρυφερός μαζί και η γλυκιά μου Ρόζα ρομαντική και ευαίσθητη σαν τριαντάφυλλο.
Και τώρα με λυπεί να τους βλέπω πάνω από το προσκεφάλι μου με πρόσωπα χλωμά και λυπημένα να ζουν αυτές τις τελευταίες μου στιγμές, που κυλάνε αργά σαν τις σταλαγματιές της βροχής στο τζάμι.
Κι εγώ περιμένω να φύγω γι αυτό το τελευταίο ταξίδι μου και στο μυαλό μου στροβιλίζονται οι αναμνήσεις , οι χαρές και οι λύπες που στιγμάτισαν τη ζωή μου , αλλά δεν μ’ έκαναν ποτέ να το βάλω κάτω , προχωρούσα πάντα έχοντας πίστη και ελπίδα μέσα μου ακόμα κι όταν έχασα τον αγαπημένο μου σύντροφο πριν έξι χρόνια. Και τότε δεν λύγισα παρότι ο πόνος μου ήταν μεγάλος. Και να’ με τώρα εδώ καταβεβλημένη ξαπλωμένη στο αγαπημένο μου δωμάτιο , το λευκό πιάνο στη γωνία δίπλα στο παράθυρο , ο σκαλιστός μου καθρέφτης και στο τραπεζάκι το κινέζικο βάζο με μαραμένα τα λευκά τριαντάφυλλα που λατρεύω. Το βλέμμα μου χάνεται στο γαλάζιο της θάλασσας , που είναι αποτυπωμένο στον πίνακα που βρίσκεται απέναντι μου ένα από τα πρώτα μου έργα .
Ένα άγγιγμα στα λευκά μου μαλλιά ,που απλώνονται χυμένα στο μαξιλάρι με ξυπνά από τις σκέψεις μου. Είναι η κόρη μου . <<Ήρθε η ώρα να φύγω γλυκιά μου , νιώθω την ψυχή μου να αφήνει το σώμα μου , τι να το κάνω άλλωστε ένα σακάτικο κορμί >>είπα χαμογελώντας.
<<Όμως η ψυχή μου θα είναι πάντα κοντά σας στο υπόσχομαι >>.Η Ρόζα γύρισε απ΄ την άλλη μεριά για να κρύψει τα δάκρυα της.
Ξαφνικά μια γαλήνη με πλημμυρίζει – το σφίξιμο που ένιωθα στην καρδιά μου εξαφανίζεται μονομιάς και ένα λευκό φως με πλημμυρίζει – οι φιγούρες των αγαπημένων μου θολώνουν και η φωνή τους ακούγεται απόμακρη. Νιώθω να στροβιλίζεται το ταβάνι του δωματίου μου. Κλείνω τα μάτια ανακουφισμένη στο απόλυτο σκοτάδι.

../..



Σαν από λήθαργο ξανανοίγω τα μάτια μου και με βλέπω ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Γύρω μου οι λιγοστοί συγγενείς με λυπημένα πρόσωπα και τα αγαπημένα μου παιδιά να κλαίνε αγκαλιασμένα. Σηκώνομαι από το κρεβάτι ανάλαφρα και τους πλησιάζω. <<Μην κλαίτε για μένα >> τους φωνάζω . Δεν με ακούνε όμως. Πλησιάζω να τους αγγίξω μα το χέρι μου περνάει από μέσα τους σαν κάτι διάφανο. Κανείς δεν αντιλαμβάνεται την παρουσία μου – κανείς δεν ανταποκρίνεται στη φωνή μου. Πανικοβάλλομαι – τόση οδύνη - τόσος πόνος γύρω μου κι εγώ ανίκανη ν’ αντιδράσω. Τους κοιτώ με απόγνωση. Το βλέμμα μου στρέφεται στο παράθυρο .
Ένας νέος άνδρας με λευκό μανδύα και άσπρα μαλλιά χυμένα στους ώμους του , ξυπόλητος και μ’ ένα γλυκό φως σαν ασήμι να χύνεται ολόγυρα του με κοιτάζει τρυφερά.
Παράξενο αναρωτήθηκα πως δεν τον είχα προσέξει. Τι ευγενική φυσιογνωμία γαλήνιος σε αντίθεση με την ατμόσφαιρα που επικρατεί στο δωμάτιο. Με σταθερό βήμα με πλησιάζει και μου απλώνει το χέρι του. << Πρέπει να φύγουμε τώρα >>. Σαν μαγνητισμένη από το βλέμμα του πλησίασα . Αξαφνα το παράθυρο σαν από ένα δυνατό άνεμο άνοιξε διάπλατα . Ο παράξενος νέος με σήκωσε στην αγκαλιά του και ανάλαφροι σαν πούπουλο πετάξαμε μαζί ανάμεσα στα σύννεφα. Δυο τεράστια ολόλευκα πουπουλένια φτερά είχαν εμφανιστεί στην πλάτη του. Με κρατούσε στην αγκαλιά του σαν μικρό παιδί και ανεβαίναμε όλο ανεβαίναμε .Τα σύννεφα γύρω μας σαν κατάλευκο βαμβάκι κι ένα γλυκό αεράκι χάιδευε απαλά τα πρόσωπα μας . Τι απόλυτο γαλάζιο τόσο φωτεινό τόσο τέλειο. Χανόμασταν μέσα σ’ αυτό.
Σαστισμένη καθώς ήμουν το μόνο που κατάφερα να τον ρωτήσω ήταν : <<είσαι άγγελος>>.
<<Περίπου>> είπε χαμογελώντας και η φωνή του μου φάνηκε σαν μελωδία.
<<Ηρέμησε και όλα θα πάνε καλά – έχε μου εμπιστοσύνη>> . Η φωνή του με γέμισε γαλήνη.
Μα και πάλι μια σκέψη σαν ρίγος με διαπέρασε και τον ξαναρώτησα : <<είμαι νεκρή>>.
Εκείνος χαμογέλασε και πάλι συνεχίζοντας να πετά προς τα επάνω. Οι φτερούγες του τραντάζονταν στον αέρα και εγώ ένιωθα τόσο ανάλαφρη και ευτυχισμένη μες στην αγκαλιά του φύλακα αγγέλου μου , νομίζοντας πως ζω ένα όμορφο όνειρο.
Κάθε τόσο έστρεφα τα μάτια μου στη γη , βλέποντας τις εικόνες να ξεθωριάζουν ολοένα και περισσότερο – ένας λυγμός ανέβηκε στο λαιμό μου – έκλεισα τα μάτια μου και αφέθηκα .
Ξαφνικά ένα ελαφρό τράνταγμα μ’ έκανε να τα’ ανοίξω. <<Θεέ μου>> αναφώνησα. Πρώτη φορά αντίκριζα τα τέτοια ομορφιά . Ανάμεσα στα ασημόλευκα σύννεφα ξεπρόβαλλε μια τεράστια χρυσαφένια καγκελόπορτα . Για πόμολα είχε δύο χάλκινα φτερά, ενώ στη βάση της υπέροχα αναρηχιτικά φυτά με πλατιά φύλλα την τύλιγαν ως τη μέση. Στο πάνω μέρος της πόρτας δυο μικρά χερουβείμ κρατούσαν στα χέρια χρυσά τόξα.
Ο άγγελος με άφησε απαλά , σαν κάτι εύθραυστο πάνω στα σύννεφα. Πίσω από την καγκελόπορτα ξεχώρισα δύο μορφές που έρχονταν προς το μέρος μου. Ένας ψηλός νέος άντρας με μαλλιά χρυσαφένια που έπεφταν λυτά στους φαρδύς ώμους του και μάτια πιο γαλανά κι απ’ τον ουρανό με κοίταζε με την αθωότητα ενός μικρού παιδιού, λουσμένος σ ’ένα υπέροχο φως. Ο λευκός του μανδύας έμοιαζε να χύνεται στο δυνατό κορμί του , ενώ τα πόδια του στόλιζαν χρυσά σανδάλια με ασημένια φτερά. Στον ώμο του ήταν κρεμασμένη μια σκαλιστή φαρέτρα κι ένα τόξο με ασημένια χορδή. Πλάι του βάδιζε ένας ακόμη νέος άντρας με σκούρο δέρμα – ήταν νέγρος. Τα μάτια του ήταν μελιά και το βλέμμα του σπινθηροβόλο – τα σγουρά του μαλλιά – μαύρα και μακριά έμοιαζαν με χαίτη άγριου αλόγου. Το σώμα του θύμιζε τη δύναμη του πάνθηρα. Φορούσε κι αυτός λευκό μανδύα μόνο που στα χέρια του κρατούσε ένα δόρυ με ασημένια λαβή και κρυστάλλινη λόγχη.


../..



Προχωρούσαν μαζί προς το μέρος μου με αυτοπεποίθηση , χαρούμενοι σαν οικοδεσπότες που καλοδέχονται ένα φιλοξενούμενο . Τράβηξαν κι οι δυο μαζί παράλληλα τα φύλλα της καγκελόπορτας , μου χαμογέλασαν και άπλωσαν ταυτόχρονα τα χέρια τους προς εμένα.
Πέρασα μέσα κυριολεκτικά μαγεμένη , σαν σε ονειρική έκσταση αφηνόμουν να γαληνέψω μέσα στην ομορφιά των όσων αντίκριζαν τα μάτια μου.
Προχωρώντας ένιωθα όλο και πιο ανάλαφρη και ω του θαύματος συνειδητοποιώ ότι το σώμα μου έχει αλλάξει. Τι μου συμβαίνει αναρωτήθηκα φέρνοντας τα χέρια στο πρόσωπό μου.
Αδύνατον να το πιστέψω . Η επιδερμίδα μου είναι νεανική και σφριγηλή σαν έφηβου – οι ρυτίδες που χαράκωναν το πρόσωπό μου είχαν εξαφανιστεί ως διά μαγείας .Κοιτώ τα χέρια μου καμιά ζάρα . Ψηλαφίζω το σώμα μου και νιώθω πως έχω αλλάξει. Τι ζωντάνια τι ενέργεια που νιώθω. Θα’ θελα να φωνάξω. Συγκρατούμαι όμως , κοιτάζω ολόγυρα σαστισμένη όταν νιώθω ένα χέρι να με ακουμπάει στον ώμο.
Μια φωνή ακούστηκε <<ησύχασε , όλα είναι καλά – θα πρέπει να προχωρήσουμε – ήρθε η ώρα >>. Ήταν εκείνος ο άγγελος μου – που για μια ακόμη φορά η φωνή του με επανέφερε στην πραγματικότητα που ζούσα εκείνη τη στιγμή.
Προχώρησε μπροστά κι εγώ τον ακολούθησα . Στ’ αυτιά μου ηχούσε μια απόμακρη γλυκιά μελωδία , που όλο και δυνάμωνε. Δεν έχω συνέλθει ακόμα από την έκπληξη . Κοιτάζω κάτω- τα πόδια μου δεν πατούν πια στα πουπουλένια σύννεφα μα σ’ ένα στρώμα λευκής άμμου.
Τα μάτια αντικρίζουν ένα θέαμα ασύλληπτο μοναδικό . Ολόγυρα μου δέντρα και λουλούδια μοσχοβολούν ενώ μπροστά απλώνονται απέραντοι λόφοι και κάμποι μέχρι εκεί που χάνεται το βλέμμα μου Έχω την αίσθηση πως βρίσκομαι σ ’ένα ατελείωτο κήπο και είναι άνοιξη.
Μια άνοιξη μοναδική που κάνει το στήθος μου να πάλλετε και την καρδιά μου να θέλει να πετάξει μέσα στην οργιώδη βλάστηση και στα χρώματα. Ανθισμένες καμέλιες – πικροδάφνες- ιβίσκοι – λεμονιές γεμάτες με λευκά άνθη – πορτοκαλιές γεμίζουν τα ρουθούνια μου με πλήθος μοσχοβολιές. Κάπου στο βάθος μπροστά μου διακρίνω ένα καταρράκτη τα δροσερά διάφανα νερά του καταλήγουν σε μια λίμνη που ολόγυρα της πλατάνια και καλαμιές ακόμη και νούφαρα στολίζουν τις γυμνές πέτρες. Η μελωδία που ακουγόταν και πρωτύτερα ακούγεται τώρα δυνατότερα μπλέκοντας τους ήχους της με το τραγούδι του νερού.
Λευκά σύννεφα αγκαλιάζουν στοργικά τη φύση και δίνουν ένα τόνο μαγείας.
Ένα μικρό κοριτσάκι περίπου δέκα ετών με μάγουλα ολοκόκκινα και χρυσόξανθα μαλλιά πιασμένα σε μια μεγάλη κοτσίδα ξεπροβάλλει ανάμεσα σε δυο καρυδιές. Στα χέρια της κρατάει μία άρπα . Η μελωδία σταματά. Ώστε εκείνη ήταν που έπαιζε τόσο γλυκά αναρωτήθηκα. Σηκώθηκε και με βήμα γοργό με πλησίασε. Στέκεται μπροστά μου και απλώνει το μικρό χεράκι της να πιάσει το δικό μου <<καλωσόρισες>> .
<<Ποια είσαι>> τη ρωτώ και η φωνή μου ακούγεται τόσο παιδική που δεν την αναγνωρίζω.
<<Ήβη>> απάντησε. <<Το όνομα μου συμβολίζει την αιώνια νεότητα. Έλα μαζί μου καλή μου>> .
Η φωνή της πλημμύρισε την ψυχή μου σαν γλυκιά μουσική.
Την ακολουθώ σαν υπνωτισμένη κι εκείνη με οδηγεί προς τον καταρράκτη. Απλώνω τα χέρια μου προς το νερό και δροσίζω με αυτό το πρόσωπό μου .
Η μητέρα μου έλεγε πάντα πως το νερό είναι πηγή ζωής. Γεννηθήκαμε μέσα στο νερό κι εκεί μείναμε για εννέα μήνες. Το νερό είναι το σύμβολο της εξουσίας της γυναίκας.
Της γυναίκας που κανένας άντρας όσο φωτισμένος και τέλειος να είναι δεν μπορεί να ελπίζει πως θα τη φτάσει.
<<Ναι το ξέρω >>λέει η Ήβη. Μα πως μπορούσε το κορίτσι να καταλάβει τι σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή.<< Ήβη >>πρόφερα το όνομα της αλλά δεν ήξερα τι να της πω και σταμάτησα.


../..


Ήβη: Σπάνια παρατηρούμε ότι ζούμε μέσα στο παράδοξο. Θαύματα γίνονται γύρω μας καθημερινά, τα σημάδια του Θεού μας δείχνουν το δρόμο , οι άγγελοι τριγυρίζουν ανάμεσα μας και αφουγκράζονται τις επιθυμίες μας και τις κρυφές μας σκέψεις. Κι εμείς οι άνθρωποι φτιάχνουμε κανόνες για να φτάσουμε στο Θεό , δεν δίνουμε στην πραγματικότητα σημασία σε - σε τίποτα. Δεν αντιλαμβανόμαστε πως ο Θεός είναι εκεί όπου τον αφήνουμε να μπει. Κι εσύ καλή μου τον άφησες να μπει στην ψυχή σου. Τον συμβουλεύτηκες σε κάθε βήμα της ζωής σου. Αγάπησες και πίστεψες.
Τι σοφά μα και παράξενα λόγια για ένα μικρό κοριτσάκι.
<<Αυτός που αγαπάει κουβαλάει τη νίκη μέσα του. Κι εσύ το κατάφερες. Στην αγάπη δεν υπάρχουν κανόνες κι εσύ δεν έφτιαξες ποτέ τέτοιους. Καλωσόρισες αγάπη μου στο τελευταίος σου ταξίδι. Ένα τελευταίο ταξίδι που θα το ζήσουμε μαζί για πάντα φως της ζωής μου>>.
Ταράχτηκα ακούγοντας τη φωνή που μου μιλούσε και που δεν ήταν της Ήβης , αλλά του
Άντρα μου του Νέστορα. Ο Νέστορας ο μεγάλος έρωτας της ζωής μου – ο άντρας και πατέρας των παιδιών μου που στάθηκε δίπλα μου χρόνια πολλά , που ζήσαμε μαζί χαρές και πίκρες κάναμε όνειρα. Νιώθω να ζαλίζομαι , η καρδιά μου χορεύει τρελά και τα μάτια μου θολώνουν απ τα δάκρια. Θέλω να γυρίσω πίσω μου και τα πόδια μου καρφώνονται στο έδαφος.
Σαν ταινία περνούν μπροστά μου οι αναμνήσεις που έζησα μαζί του . Εξι χρόνια έχουν περάσει από το θάνατο του και τώρα τον νιώθω δίπλα μου όπως τότε. Κάθε ίνα του κορμιού μου αναζητά το άγγιγμα του. Δεν μπορεί αναρωτιέμαι θα είναι όνειρο.
<<Νέστορα >> προφέρω ξεψυχισμένα το όνομα του κι εκείνος με αγκαλιάζει τρυφερά όπως τότε.
Κλείνω τα μάτια μου κι όταν τα ξανανοίγω τον βλέπω νέο ίδιο όπως τη μέρα που τον πρωτογνώρισα. Στα γαλανά του μάτια καθάρια σαν τη γαλήνια θάλασσα καθρεφτίζεται το πρόσωπό μου και τα δυνατά του μπράτσα με σφίγγουν τρυφερά στην αγκαλιά του.
Με κοιτάζει γαλήνιος . <<Φως της ζωής μου>> μου ξαναλέει. Κι εγώ αφήνομαι στο στήθος του κι ακούω τους χτύπους της καρδιάς του. Νομίζω πως ζω ένα όνειρο και δεν θέλω να ξυπνήσω

<<Θεέ μου σ’ ευχαριστώ που τον έφερες ξανά σ’ εμένα>> . Δεν χορταίνω να τον κοιτώ , θέλω να τον ρωτήσω διάφορα πράγματα και δεν μπορώ. Τον φιλώ ξανά και ξανά και δεν θέλω να ξεκολλήσω από πάνω του. Μα ξάφνου αντιλαμβάνομαι πως η Ήβη είναι ακόμα εκεί , δίπλα μου , στον καταρράκτη του παράξενου κήπου του ουρανού.
Το κορίτσι κάτι μου λέει μα η φωνή του ακούγεται απόμακρη.<< Πρέπει να πηγαίνουμε καλή μου>> μου ξαναλέει. Μα πως θα μπορούσα να αφήσω τον αγαπημένο μου τώρα που τον ξαναβρήκα.
Εκείνος κάνει ένα βήμα πίσω – πιάνει τα χέρια μου τρυφερά κοιτώντας με στα μάτια και μου λέει –<< Θυμήσου αγάπη μου οι ψυχές μας θα είναι πάντα μαζί . Δεν θα χωρίσουμε ποτέ ως την αιωνιότητα. Μα τώρα πρέπει να φύγεις. Θα συναντηθούμε σύντομα>>.
Η τόση σιγουριά στο βλέμμα του με κάνει να αφεθώ στο όνειρο. Έσκυψε και με φίλησε στο μέτωπο αφήνοντας με άναυδη, και βλέποντας τον ν’ απομακρύνεται γρήγορα από κοντά μου και να χάνεται ανάμεσα στα δέντρα.
Κοιτώ με περίλυπο ύφος ολόγυρα μου – ο άγγελος μου έχει εξαφανιστεί – νιώθω ένα μικρό χεράκι να τρυπώνει στη χούφτα μου.<< Ήβη τι σημαίνουν τα λόγια του – πώς θα τον ξαναβρώ>>.


../..



<<Θα καταλάβεις σύντομα>>. Ένιωθα πως έπρεπε να υπακούσω σαν κάτι να ήταν γραφτό να συμβεί. Σύντομα πολύ σύντομα το μυστήριο θα λυθεί – είπα στον εαυτό μου. Τώρα ακολουθώ την Ήβη μέσα από ένα πέρασμα πίσω από τον καταρράκτη. Σαν διάφανη κουρτίνα τα νερά μας ανοίγουν δρόμο σ’ ένα μαγικό μονοπάτι . Η ατμόσφαιρα αλλάζει – βρίσκομαι σ’ ένα σπήλαιο .
Η υγρασία πιρουνιάζει το λιπόσαρκο κορμί μου. Μπορώ να διακρίνω τα βρύα και τη γλίτσα γύρω μου. Είναι σκοτεινά και όσο προχωράμε προς τα μέσα το σκοτάδι γίνεται όλο και πιο πυκνό – όλο και πιο πνιγηρό , αλλά δεν φοβάμαι – ποτέ δεν φοβήθηκα .Συνεχίζω να προχωρώ με σταθερά βήματα ακολουθώντας τη μικρή λευκή σιλουέτα της Ήβης.
<<Πού πηγαίνουμε>> τη ρωτώ μα δείχνει να μη με ακούει και να προχωράει όλο και βαθύτερα στη σπηλιά. Το κορίτσι σταματάει απότομα – γυρίζει προς το μέρος μου και με κοιτάζει αλαφιασμένη σαν να την χτύπησε κεραυνός.
<<Τι συμβαίνει – μίλησε μου >>. <<Είναι κάτι που πρέπει να μάθεις>> μου αποκρίνεται φωνή της δεν είναι πια ίδια είναι πιο αργή πιο βαθιά. Τα χαρακτηριστικά της έχουν αλλοιωθεί σαν να πονάει. <<Τι συμβαίνει επανέλαβα >>αναστατωμένη. << Είναι κάτι που πρέπει να μάθεις >>μου είπε αχνά. <<Από την ημέρα που έφυγες έχουν περάσει δέκα χρόνια – για μας εδώ ο χρόνος μετράει διαφορετικά. Συνέβη ένα τρομερό ατύχημα – ένα αυτοκίνητο χτύπησε την κόρη σου και η ζωή της τελειώνει. Η ψυχή της βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κόσμους, εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να βοηθήσω – μόνο εσύ μπορείς>>.
Την άκουγα έντρομη και ένιωθα τις δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν .<< Το παιδί μου>> ψέλλισα δακρυσμένη ανήμπορη να σκεφτώ οτιδήποτε.
<<Μα πως έγινε αυτό>> ξαναρωτώ.
Ήβη : Η Ρόζα βγήκε στο δρόμο τρέχοντας για να προλάβει τον Ιούλιο – ήθελε να του δώσει ένα μενταγιόν- το μενταγιόν του πατέρα του ,που του έδωσε πριν πεθάνει. Το αυτοκίνητο δεν πρόλαβε να σταματήσει και έτσι η Ρόζα έπεσε αιμόφυρτη στις ρόδες του.
Στο νοσοκομείο οι γιατροί προσπάθησαν πολύ να την επαναφέρουν στη ζωή , όμως στάθηκε αδύνατον. Τώρα η ψυχή της έχει φυλακιστεί ανάμεσα σε δύο κόσμους και είναι αμφίβολο αν θα τα καταφέρει.
Σηκώθηκα αστραπιαία πηγαίνοντας προς την πόρτα που ανοίγονταν πίσω μας ενώ μάταια η Ήβη προσπαθούσε να με σταματήσει. Τίποτα όμως δεν θα μπορούσε να με κρατήσει προκειμένου να σώσω το παιδί μου.
Η δρύινη παλιά πόρτα με τις σκουριασμένες αλυσίδες έτριξε στο πέρασμα μου. Ένιωσα το κρύο να διαπερνά το κορμί μου μπαίνοντας σε μία τεράστια αίθουσα με λιγοστό φως. Δεξιά κι αριστερά απλώνονταν σταλακτίτες και στο βάθος υπήρχε μια παγωμένη λίμνη ενώ στις όχθες της υπήρχαν μικρά λουλουδάκια ανάμεσα σε βράχια.
Κρύωνα πολύ – και τα γυμνά μου πόδια είχαν ματώσει στο κακοτράχαλο έδαφος. Προχωρώντας προς τα μέσα μια πυκνή ομίχλη με τύλιξε ενώ εγώ συνέχισα να προχωρώ στο παγωμένο τοπίο. Κι έπειτα μια μυρωδιά καπνού με έπνιξε κι άρχιζα να βήχω ασταμάτητα.
<<Ρόζα , Ρόζα >>φωνάζω και η φωνή μου πνίγεται στη σκόνη. Tα μάτια μου τσούζουν και τα κλείνω. Όταν τα ανοίγω αντικρίζω εμπρός μου ένα θέαμα ασύλληπτο και σχεδόν τρομακτικό. Είχα την αίσθηση πως βρισκόμουν στις πύλες της κόλασης. Ένας ουρανός κατακόκκινος με σκεπάζει και οι πατούσες μου καίγονται από την ξερή γη. Μπροστά μου ξεχύνεται πηχτή λάβα που καίει απ’ άκρη σ’ άκρη τα πάντα. Κυλάει αργά πάνω στις πέτρες σχηματίζοντας μικρά πύρινα ποτάμια. Μα που βρίσκομαι αναρωτιέμαι. Είμαι στη μέση του πουθενά. Δεν ξέρω αν πρέπει να πάω μπρος ή πίσω. Ακούω βήματα και στρέφω το βλέμμα μου προς τα εκεί. Ένας νέος άνδρας με κουρασμένο βλέμμα και μισοσκισμένα ρούχα πλησιάζει προς το μέρος μου με βήματα βαριά και συρτά.<< Τι ζητάς γυναίκα >>με ρωτά με ύφος περιφρονητικό.

../..

<<Εσύ ποιος είσαι>> του ανταπάντησα.<< Που είναι το παιδί μου , η Ρόζα μου>>.Οι ματιές μας διασταυρώθηκαν σαν φλογισμένα τόξα . Ο τρόπος που με κοίταξε με τάραξε τόσο που έσφιξα τα χέρια μου σε γροθιές και σχεδόν μάτωσαν . Ο άντρας με κοίταξε αυστηρά και είπε.<< Πάντα έλεγα πως εσείς οι γυναίκες είσαστε το χειρότερο είδος και το μεγαλύτερο λάθος Του .Ανόητη γυναίκα ήρθες να διεκδικήσεις κάτι το οποίο έχει ήδη χαθεί>>. Τα χέρια μου έτρεμαν από οργή.<< Θέλω το παιδί μου φώναξα και δεν θα φύγω αν δεν βεβαιωθώ πως επέστρεψε στη ζωή>>.
<<Ανόητη γυναίκα πως τολμάς ούρλιαξε εκείνος και σήκωσε το χέρι του σαν να ήθελε να με χτυπήσει>>. Άξαφνα μια απρόσμενη λάμψη έσκισε τον ήδη κόκκινο ουρανό και σχεδόν με τύφλωσε αναγκάζοντας με να πέσω στο έδαφος. Μια βροντερή φωνή έκανε τον άντρα να σταματήσει. Ένας ψηλός ξερακιανός άντρας με λιγοστά άσπρα μακριά μαλλιά και μαύρο χιτώνα πλησίασε προς το μέρος μας.
<<Ανόητε Μαρσιάς φώναξε πως τόλμησες. Όταν το μάθει ο άρχοντας σου θα το πληρώσεις ακριβά>>. Ο Μαρσιάς γονάτισε και με το κεφάλι του ν’ ακουμπάει τη γη κλαψούριζε σαν μικρό παιδί που το μαλώνουν. Ο γέροντας γύρισε προς το μέρος μου και με πρόσωπο ανέκφραστο μου παρουσιάστηκε.<< Είμαι ο άγγελος του θανάτου των αμαρτωλών ψυχών και δουλειά μου είναι να μεταφέρω τις ψυχές τους στο βασίλειο του σκότους.
Πώς μπόρεσες να περάσεις τα όρια του και τι γυρεύεις εδώ>>.
<<Θέλω το παιδί μου του απάντησε ήρθε να το πάρω από εδώ και δεν με νοιάζει το κόστος.
Σε παρακαλώ θάνατε πήγαινε με κοντά της>>. <<Δεν εξαρτάται πλέον από εμένα μα αν το θες τόσο πολύ , εγώ και ο Μάρσιας θα σε οδηγήσουμε στον άρχοντα του βασιλείου των καταδικασμένων ψυχών , που πληρώνουν εκεί για δεύτερη φορά τις αμαρτίες τους>>.
<<Πάμε>> είπε με αποφασιστικότητα , πιάνοντας με από τον ώμο. Εγώ ρίγησα στο άγγισμα του και τον ακολούθησα με αργά βήματα. Ξωπίσω μας ήρθε και ο Μάρσιας. Ακολουθούσα το Θάνατο μέσα από τη φλεγόμενη γη , που μούγκριζε σαν άγριο ζώο , ανάμεσα σε ποτάμια λάβας. Σταθήκαμε μπροστά σ’ ένα πελώριο μαύρο βράχο. Ο γέροντας τότε με μια κίνηση αστραπή τίναξε το χέρι του και μέσα από το μανίκι του μανδύα του έβγαλε ένα ερπετό. Εκείνο σύρθηκε καταγής και γλίστρησε προς το μέρος μου . Ο Θάνατος έτεινε το χέρι του ξανά κι εκείνο τυλίχτηκε απάνω του. Μ’ ένα δεύτερο τίναγμα το χεριού του το φίδι μεταμορφώθηκε σε χρυσό ραβδί που ο γέροντας το χτύπησε πάνω στο βράχο. Ο βράχος λες και σκίστηκε στα δύο ανοίγοντας μας την είσοδο σ’ ένα μακρύ και υγρό μονοπάτι που φωτίζονταν από πολλές δάδες στερεωμένες δεξιά και αριστερά μας στα τοιχώματα της σπηλιάς.
Το μέρος μύριζε έντονα μούχλα αλλά ένα δροσερό αεράκι ,που έκανε τις φλόγες από τις δάδες να τρεμοπαίζουν έσπαγε την άσχημη οσμή . Με καρδιά να χτυπά σαν τρελή ακολουθούσα το Θάνατο και αναρωτιόμουν τι με περίμενε ακόμη . Ξωπίσω μας ακολουθούσε ο Μαρσίας ρίχνοντας μου άγριες ματιές.
<<Άγγελε του Θανάτου κοντεύουμε να φτάσουμε στον άρχοντα σου>> τον ρώτησα. Μα απόκριση δεν πήρα από τον ίδιο αλλά από τον Μάρσιας. <<Δεν είναι άρχοντας ψέλλισε αλλά κυρίαρχος ενός άλλου κόσμου>>. Δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Στο μυαλό μου ξαναήρθε η μορφή της κόρης μου. Η μουσική από τύμπανα με έβγαλε από τις σκέψεις μου.<< Τι είναι αυτό που ακούγεται>> ρώτησα ανήσυχα. <<Φτάνουμε >>μου απάντησε ο Θάνατος. Και πάλι ξαναμπήκαμε σ’ ένα ατελείωτο σκοτάδι σαν να έσβηναν πίσω μας σιγά - σιγά οι δάδες μέχρι που το μόνο που διέκρινα ήταν μια τεράστια σιδερένια πόρτα στο βάθος του διαδρόμου. Ο Μάρσιας πέρασε μπροστά και πίεσε τα σιδερένια πόμολα της πόρτας για ν’ ανοίξει.
Βρεθήκαμε τότε σε μια μεγάλη αίθουσα χορού με χαμηλό φωτισμό , γυναίκες ημίγυμνες έπαιζαν αισθησιακή μουσική – δεξιά τραπέζια στρωμένα με πλήθος λιχουδιές και στο κέντρο ζευγάρια να χορεύουν νωχελικά ανάμεσα σ’ ένα σύννεφο καπνού και μεθυστικών αρωμάτων.

../..

Γέλια και ξεφωνητά ανακατεύονταν καθώς προχωρούσαμε και μάλλον το πέρασμα μας δεν έγινε αντιληπτό από κανέναν. Στο βάθος της αίθουσας δέσποζε και πάλι μια επιβλητική πόρτα που επάνω της ήταν σκαλισμένα περίτεχνα χρυσά φίδια. Και πάλι ο Μάρσιας ήταν αυτός που μας άνοιξε την πόρτα. Μια όμορφη γυναίκα με έντονα χαρακτηριστικά και μανδύα στο χρώμα της φωτιάς μας υποδέχτηκε.
<<Ζητούν τον Αφέντη>> της είπε ο Μάρσιας.<< Ο Αφέντης είναι απασχολημένος>> είπε εκείνη και πλησιάζοντας εμένα ήταν σαν να ήθελε να με χτυπήσει. Εγώ παρέμεινα στη θέση μου με αγέρωχο ύφος περιμένοντας και πάλι μια καινούρια έκπληξη που δεν άργησε να έρθει. Τη στιγμή εκείνη σαν μέσα από σύννεφο καπνού εμφανίστηκε ένας άντρας ψηλός – λεπτός με αετίσια μάτια και γαμψή μύτη. Ντυμένος με κομψό κουστούμι –μάλλον κάποιας άλλης εποχής φάνταζε γοητευτικός παρά το υπεροπτικό του ύφος. Πρόσεξα ότι βρισκόμασταν σ’ ένα χώρο που έμοιαζε μάλλον με παλιά βιβλιοθήκη. Στοιβαγμένα βιβλία και περγαμηνές σε παλιά ξύλινα ράφια ήταν ο διάκοσμος της και δυο ασημένια κηροπήγια ήταν το μοναδικό φως που έφεγγε ίσα – ίσα για να ξεχωρίζουμε τι γίνεται γύρω μας. Ένα μεγάλο ξύλινο γραφείο και πορτραίτα βιβλικών μορφών στους λίγους γυμνούς τοίχους.
Ο κομψός άντρας μας έκανε νόημα να πλησιάσουμε. <<Ο φίλτατος άγγελος του Θανάτου, το σκουλήκι ο Μάρσιας κι εσείς>> μας προσφώνησε με επιβλητική φωνή.<<Εσείς όμως αγαπητή μου θα έπρεπε να ήσασταν αλλού >>, απευθύνθηκε σ’ εμένα.<< Υποθέτω πως ήρθατε για την καταδικασμένη κόρη σας . Πραγματικά εξεπλάγην όταν αντιλήφθηκα την παρουσία σας μου είπε χωρίς ίχνος ειρωνείας>>.
<<Είμαι μάνα του είπα και θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου για να επανέλθει το παιδί μου εκεί που ανήκει γιατί θεωρώ πως δεν έχει έρθει η ώρα του γι αυτό το ταξίδι και πως δεν του άξιζε τέτοια τύχη. Η Ρόζα έχει καλή ψυχή. Όμως εσείς ποιος είστε>> τον ρώτησα προσπαθώντας να μην δείξω την ταραχή μου. Στο άκουσμα των λόγων μου ο Μάρσιας ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια .
<<Ποιος είμαι . Δύσκολη ερώτηση για κάποιον που οι θνητοί του έχουν δώσει πολλά ονόματα μέσα στους αιώνες . Ας πούμε Διάβολος , Σατανάς ή Εωσφόρος>> είπε ερχόμενος προς το μέρος μου . Έκανα ένα βήμα πίσω για να τον αποφύγω.
<<Δεν είμαι δα και κανένα τέρας>> μου είπε.<< Είμαι απλώς ένας επαναστάτης. Είμαι αυτός που δεν υπάκουσε ποτέ στο Δημιουργό Του , που πήγε αντίθετα στο ρεύμα άλλωστε αυτό δεν κάνουν και οι περισσότεροι άνθρωποι>>.
<<Όμως αυτά ανήκουν στο μακρινό παρελθόν>> είπε με κάποια δυσφορία.<< Μιλήστε μου για εσάς Αρετή – ήρθατε σ’ εμένα ορμώμενη από πίστη και αγάπη – αισθήματα που εμένα με αφήνουν αδιάφορο. Εσείς οι θνητοί μιλάτε ακατάπαυστα για συναισθήματα – στην πραγματικότητα κυνηγάτε μια χίμαιρα γιατί είστε αδύναμοι να ζήσετε χωρίς αυτά νιώθοντας την ματαιότητα της ζωής σας>>.
<<Πιστεύετε πως είναι αδυναμία ν’ αγαπάς – να ερωτεύεσαι ή να πιστεύεις σε κάτι>>,του είπα έντονα.
Σατανάς : Η αγάπη κι ο έρωτας είναι ψευδαίσθηση – η απόλαυση τους δεν διαρκεί πολύ και ζεις μόνο με την αναζήτηση και την ελπίδα.
Τον κοίταξα με λύπη κι εκείνος συνέχισε λέγοντας <<η αγάπη είναι η συνταγή της καταστροφής του ανθρώπου γιατί το να απαρνηθείς τον εαυτό σου , σκοτώνει κάθε απόλαυση>>.
Τα λόγια του σκίασαν την καρδιά μου αλλά εγώ συνέχισα αυτό το περίεργο λογοπαίγνιο αδιαφορώντας για τις συνέπειες που ίσως προέκυπταν.


../..


<<Κι ο έρωτας του>> αντιγύρισα ,<<που μια εμπειρία μοναδική – αγγίζει τα όρια της θρησκείας , δεν είναι άραγε μια όαση στο κακοτράχαλο μονοπάτι της ζωής μας. Αυτό το ανεξήγητο και απόλυτο συναίσθημα δεν είναι κομμάτι της αγάπης . Της πραγματικής αγάπης, που είναι γεμάτη ανιδιοτέλεια – που γεμίζει την ψυχή μας και μας φέρνει κοντά στο Θεό. Γιατί όταν αγαπάμε πιστεύουμε κι όταν πιστεύουμε ελπίζουμε στο καλύτερο και αυτό κάνει τη ζωή μας καλύτερη και πιο γεμάτη και μας βοηθά να ξεπερνάμε τα προβλήματα μας.
Σατανάς : Είστε όμως θνητοί και οι θνητοί χάνουν συχνά την πίστη τους και στο Θεό αλλά και στους ανθρώπους όταν βρεθούν σε δυσκολίες.
<<Δεν είναι μειονέκτημα το να είσαι θνητός>> του ανταπάντησα. Γεννιέσαι μέσα από την αγάπη και τον έρωτα δύο ανθρώπων άρα έχεις κι εσύ στα γονίδια σου την αγάπη – που σε κάνει να ξαναγεννιέσαι κάθε μέρα γιατί υπάρχει παντού κι αν τη χάσεις προσωρινά και χάσεις και την πίστη σου για τα πάντα , σαν θνητός παραβλέπεις και πάλι τους εγωισμούς και προσπαθείς και πάλι από την αρχή να την κερδίσεις, κι αν αποτύχεις και πάλι αγωνίζεσαι κι ελπίζεις σ’ αυτήν μέχρι να πεθάνεις>>.
<<Σατανά>> του είπα άξαφνα<< δεν ήρθα εδώ για να σε πείσω για την αγάπη ήρθα για να διεκδικήσω την ψυχή του παιδιού μου όχι για να χάσουμε χρόνο σε κουβέντες που δεν οδηγούν πουθενά>>.
<<Πολύ καλά μου>> απάντησε εκείνος με ψυχρότητα και κάποια έκπληξη σαν να μην περίμενε τη διακοπή της κουβέντας μας.
Με μια κίνηση των δακτύλων του ένα ελαφρύ αεράκι σηκώθηκε και σαν αέρινα στοιχειά μας μετέφερε σ’ ένα σκοτεινό μέρος που το μόνο που άκουγες ήταν βογκητά και τρίξιμο από αλυσίδες. Στο θαμπό φως ξεχώριζαν σιλουέτες ανθρώπων που αγκομαχούσαν σέρνοντας βαριές σκουριασμένες αλυσίδες δεμένες στα πόδια και στα χέρια τους, εξαντλημένες φιγούρες ρακένδυτων ανθρώπων που η δύναμη τους, τους εγκατέλειπε.
Στο βάθος διέκρινα τη λεπτή σιλουέτα μιας μεσήλικης με ξέπλεκα μαλλιά ν’ αγωνίζεται να κρατηθεί όρθια κάτω από το βάρος των αλυσίδων της.
<<Ρόζα>> φώναξα αναγνωρίζοντας το παιδί μου. Η ανάσα μου κόπηκε στο θέαμά της.
Eκείνη μισάνοιξε τα μάτια της και ξεψυχισμένα μου έτεινε το χέρι της .<< Μανούλα>> φώναξε αχνά –<< εσύ εδώ>>. Έπεσα στα γόνατα αγκαλιάζοντας το ταλαίπωρο κορμί της . Θεέ μου σε τι δοκιμασία με βάζεις να είμαι εγώ νέα και να βλέπω το παιδί μου ταλαιπωρημένο και μεσήλικα να υποφέρει κουβαλώντας το σταυρό του μαρτυρίου του χωρίς να φταίει.
Τα δάκρυα μου έβρεχαν τα σκισμένα της ρούχα ενώ ο Σατανάς με σαρδόνιο χαμόγελο και ψεύτικη λύπη μου είπε. <<Είδες λοιπόν Αρετή σε τι μπελάδες σε βάζει η αγάπη. Πως θα μπορέσεις να γλιτώσεις μια καταδικασμένη ψυχή που είναι τώρα έτοιμη να πέσει στα νύχια μου>>. Σηκώθηκα απότομα και γυρνώντας προς το μέρος του, του είπα: <<Δεν θ’ αφήσω κανέναν να της κάνει κακό. Άφησε τη να ζήσει και θα μείνω εγώ μαζί σου >>.
Σατανάς: Δεν είναι τόσο απλό καλή μου παρότι ο στόχος μου είσαι εσύ και όχι η κόρη σου.
Το είδα σαν μια ευκαιρία όταν της συνέβηκε αυτό το ατύχημα . Φυλακισμένη ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο στόχευα σε σένα ξέροντας το χαρακτήρα σου κι έτσι θα πετύχαινα μία ακόμη νίκη μου απέναντι σ’ Εκείνον που πιστεύεις. Το πρόβλημα είναι όμως όχι το να έρθεις μαζί μου για ν’ αφήσω την κόρη σου αλλά στο να πιστέψεις σ’ εμένα πράγμα δύσκολο για σένα – χαρά για μένα που θα πάρω στον κόσμο μου άλλη μια καταδικασμένη ψυχή.
<<Το παιδί μου θα ζήσει >>του αντέτεινα βλοσυρά <<και θα μείνω εγώ στη θέση του>>. Ο Σατανάς με κοίταξε κατάματα με πύρινο βλέμμα λες και προσπαθούσε να ρουφήξει την ψυχή μου μέσα από τα μάτια μου , ενώ ο Θάνατος και ο Μάρσιας παρακολουθούσαν έντρομοι την άνιση μάχη.
../..

Το βλέμμα του Σατανά βυθιζόταν ολοένα μέσα μου προσπαθώντας ν’ αφουγκραστεί τα αισθήματα μου και τις αναμνήσεις μου . Ενώ εγώ πεισμωμένη συνέχιζα να τον κοιτώ κατάματα πιστεύοντας σ’ ένα θαύμα.
Ούτε ξέρω πόση ώρα μείναμε έτσι κοιτώντας ο ένας τον άλλον σαν απολιθωμένοι , ώσπου στο τέλος ο θόρυβος από αλυσίδες που έπεσαν στη γη μας επανέφερε στην πραγματικότητα.
Γύρισα απότομα και είδα τη Ρόζα ελεύθερη σκιά να χάνεται στο άπειρο και να φωνάζει : <<Σ’ αγαπώ μαμά – σ’ αγαπώ>> και η φωνή της να χάνεται στον αέρα. Ήταν ελεύθερη.<< Θεέ μου σ’ ευχαριστώ φώναξα δυνατά – σ’ ευχαριστώ που μου έδωσες τη δύναμη να τα καταφέρω>>.
Γύρισα προς το Σατανά . Το πρόσωπο του είχε γεμίζει ζάρες και χοντρές σταλαγματιές ιδρώτα στάλαζαν σαν μικρά ρυάκια γύρω από τα μάτια του. Θα ‘ λεγε κανείς πως γέρασε απότομα.
<<Με νίκησες Αρετή>> είπε αχνά – <<με νίκησες – πόση δύναμη σου δίνει η πίστη σου που κάνει ακόμα κι εμένα τον Διάβολο να γίνομαι αδύναμος μπροστά της>> ψέλλισε και εξαφανίστηκε από μπροστά μου σαν μαύρη σκιά στο βάθος της σπηλιάς. Μαζί του εξαφανίστηκαν κι ο Θάνατος με το Μάρσια. Κι εγώ αέρινη σα να πετούσα ξαναβρέθηκα στον κήπο του Θεού μου , δίπλα στον καταρράκτη. Ξεδίψασα τα χείλη μου στο κρυστάλλινο νερό και αποκαμωμένη μα πολύ ευτυχισμένη κάθισα στην πράσινη γη.
H Ήβη χαρούμενη και αλαφροπάτητη ήρθε να με προϋπαντήσει. Τα μικρά χεράκια της αγκάλιασαν τους ώμους μου και με έκαναν να νιώσω λυτρωμένη και ασφαλής.
<<Σήκω Αρετή >>μου είπε <<ο Δημιουργός σου σε περιμένει>>. Την ακολούθησα γοργά μες τα πράσινα λιβάδια έχοντας μπροστά μου ένα λαμπερό ήλιο να μου καίει το πρόσωπο και να με κάνει να νιώθω τέτοια απερίγραπτη χαρά που σάστιζα .
Δεν πρόσεχα προς τα πού κατευθυνόμασταν όμως πέρα μακριά διέκρινα τον Άγγελο που με είχε φέρει εδώ. Γελαστός και πανέμορφος μας περίμενε για να μας οδηγήσει στο Θεό.
Η Ηβη με φίλησε πεταχτά στο μάγουλο και με παρέδωσε σ’ εκείνον . Ο Άγγελος μου πήρε το χέρι και περάσαμε μαζί από μία παράξενη διαφάνεια για να μπούμε μαζί στην αίθουσα του θρόνου. Μικρά αγγελούδια λικνίζονταν παίζοντας με τις άρπες τους μια γλυκιά μουσική που σε γαλήνευε. Η αίθουσα έφεγγε χωρίς να υπάρχουν φώτα ενώ τα γυμνά μου πόδια ένιωθα να βουλιάζουν σ’ ένα κατακόκκινο χαλί . Ψηλά στο βάθος της αίθουσας μια σκάλα χρυσή οδηγούσε σ’ ένα θρόνο , που πάνω του κάθονταν ένας επιβλητικός γέροντας με ροδαλά μάγουλα μακριά άσπρα μαλλιά και γένια που άγγιζαν σχεδόν τα δάκτυλα των ποδιών του. Φορούσε λευκό μανδύα και στα χέρια του κρατούσε δυο άσπρα περιστέρια . Στον δεξί του ώμο κάθονταν ένας αετός ενώ μπροστά στα πόδια του ένα λιοντάρι ήρεμο σαν χαδιάρα γάτα θαρρείς και τον φυλούσε. Γύρω του στροβιλίζονταν χωρίς ν’ ακούγεται θόρυβος από το πέταγμα τους γαλήνιες μορφές λευκών και μαύρων αγγέλων. Πίσω του έβλεπες πλήθη ανθρώπινων σκιών να χάνονται σ’ έναν ορίζοντα χωρίς τέλος.
Ανέβηκα τα σκαλιά και πλησίασα με δέος το θρόνο. Χαμήλωσα το κεφάλι και γονάτισα μπροστά στον γέροντα . Εκείνος άγγιξε το κεφάλι μου μ’ ένα τρυφερό χάδι και μου ζήτησε να σηκωθώ.<< Καλωσόρισες Αρετή στον Παράδεισο>> μου είπε και η φωνή του με χάιδεψε σαν μελωδία .<< Ελπίζω να είσαι ευτυχισμένη με το αίσιο αποτέλεσμα της πράξης σου. Η πίστη σου δοκιμάστηκε πολλές φορές στη ζωή σου μα εσύ δεν την εγκατέλειψες ποτέ. Κι επειδή ποτέ δεν με απαρνήθηκες ζήτησε μου ότι επιθυμείς>>.
<<Θεέ μου απάντησα με ταπεινοφροσύνη τι άλλο να ζητήσω από σένα ότι κι αν πέτυχα το οφείλω σ’ εσένα . Εσύ ήσουνα η πηγή που αντλούσα δύναμη για να ζω και να δημιουργώ και είμαι σίγουρη πως εσύ με βοήθησες να ξεπεράσω το πρόβλημα με το παιδί μου. Θα ήθελα να σου ζητήσω όμως κάτι. Να έβλεπα για λίγο το παιδί μου να ξαναζεί έστω κι από μακριά>>.

../..


Τότε ο Θεός χωρίς να πει κουβέντα άπλωσε το δείκτη του χεριού του κάνοντας ένα κύκλο στον αέρα άνοιξε ένα παράθυρο στο γήινο κόσμο και εκεί μέσα αντίκρισα ξανά τη Ρόζα μου.
Περιτριγυρισμένη από τα’ αγαπημένα της πρόσωπα η Ρόζα ήταν η προσποίηση της ευτυχίας. Είχε καλεσμένους εκείνη τη βραδιά τον αδελφό της με τη γυναίκα του και τα ανίψια της. Όλοι ήταν χαρούμενοι και εκείνη έλαμπε και ήταν ασφαλής πια ανάμεσα στον άντρα της και τα παιδιά της. Θεέ μου σ’ ευχαριστώ γι αυτό είπα και τα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια μου . Δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης στον Ύψιστο Θεό.
Ο Θεός με μια απλή κίνηση του χεριού του ξανάκλεισε τον κύκλο και η εικόνα χάθηκε. Τώρα ήμουν ήρεμη . Τα παιδιά μου ήταν καλά . <<Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου>> ξανάπα κι έσκυψα να φιλήσω το χέρι του. Όμως δεν με άφησε. Με κοίταξε στα μάτια τρυφερά σα να ήμουν μικρό παιδί και μου ζήτησε να καθίσω δίπλα του.
Σαν σε ονειρική κατάσταση υπάκουσα και κάθισα δίπλα του σ’ ένα λιτό ανάκλιντρο. Τότε ένιωσα ένα χέρι να αγκαλιάζει τους ώμους μου. Ήταν ο Νέστωρας νέος και όμορφος όπως τότε. <<Φως της ζωής μου σε ξαναβρίσκω και πάλι >>μου είπε φιλώντας με στο μέτωπο χωρίς να κρύψει τη λατρεία που ακτινοβολούσαν τα μάτια του.<< Τώρα δεν θα χωρίσουμε ποτέ ξανά>> .
Συνεπαρμένη αφέθηκα στην αγκαλιά του μη μπορώντας να πιστέψω την τόση ευτυχία.
Απ ‘ τον λήθαργο με ξύπνησε και πάλι η φωνή του Θεού. Γύρισα και τον κοίταξα θέλοντας να του πω κάτι μα δεν μπορούσα ν’ αρθρώσω λέξη. Εκείνος κατάλαβε .
Θεός : Δεν χρειάζεται να πεις τίποτα Αρετή είσαι ένα από τα αγαπημένα μου παιδιά , ότι θες να μου πεις το βλέπω στην ψυχή σου κι αυτά που κρύβει είναι πιο σημαντικά από τις λέξεις.
Η ανταμοιβή σου θα είναι να προσφέρω σ’ εσένα και το Νέστορα μια δεύτερη ευκαιρία να ξαναζήσετε τον έρωτα και την αγάπη σας απ ‘ την αρχή.
Δεν καταλάβαινα τίποτε – κοιτώντας όμως προς το μέρος του Θεού ένιωθα να χάνομαι – η εικόνα του Θεού εξαφανίστηκε από μπροστά μου – έκλεισα τα μάτια μου μη μπορώντας να τα κρατήσω πλέον ανοιχτά και παρασύρθηκα θαρρείς σ’ ένα βαθύ όνειρο.

***************************************************

Δυο μικρά παιδιά ένα αγόρι κι ένα κορίτσι στο πράσινο παγκάκι του πάρκου γελούσαν χαρούμενα. Το αγοράκι κρατούσε το κορίτσι αγκαλιά και του ψιθύριζε τρυφερά πως δεν θα χωρίσουν ποτέ.
Νέστορα – Αρετή ακούστηκαν οι φωνές των μανάδων τους – ώρα να μαζευτείτε. Αύριο πάλι θα παίξετε. Τα παιδιά σηκώθηκαν πιασμένα χέρι – χέρι και προχώρησαν προς τα δύο αντικρινά σπίτια που βρίσκονταν στο τέλος του πάρκου. Αντάλλαξαν γλυκείες ματιές κι ένιωσαν και τα δυο πως ξανάρχιζαν απ’ την αρχή.





Ρέθυμνο, 28/04/2004


ΕΙΡΗΝΗ ΓΥΠΑΡΑΚΗ





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου