"H φανταστική ελπίδα μπορεί ν' αρπάξει το ίδιο γερά έναν άνθρωπο όσο κι η πραγματικότητα"

"Charles Dickens"

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Αγαπήθηκα

"... Αγαπήθηκα, αγαπήθηκα πολύ, μα μπορεί ποτέ κανείς να φαντασθεί ότι λυπόμουνα βαθειά όταν καταλάβαινα ότι μ’ αγαπούσαν; Εγώ, ίσως να μην αγάπησα αρκετά, όχι όσο έπρεπε. Τον ιδανικό μου έρωτα θαρρώ τον έζησα στη φαντασία μου. Η ψυχή μου και η αγάπη γεννήθηκαν την ίδια μέρα. Αυτό το ένιωθα μέσα μου, κι’ όμως δεν πίστευα ότι θα υπήρχε μέρα που θα μου αποδείκνυε ότι αγαπούσα αληθινά. Δεν είναι στ’ αλήθεια τραγικό, μια μεγάλη ειρωνεία, να μιλούν για την αγάπη άνθρωποι που δεν την γνωρίζουν και να σιωπούν εντελώς κείνοι που νοιώθουν την ψυχή τους να πνίγεται στο πόνο της;..."

Μαρία Πολυδούρη, Ανεπίδοτη Επιστολή

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

ΕΡΩΤΑΣ (από το βιβλίο "Πρακτική Φιλοσοφία", Ε. Παπανούτσου)

ΕΡΩΤΑΣ

"Πολύ μεγάλη σημασία για τη διαμόρφωση των διαθέσεων και της συμπεριφοράς του ανθρώπου στο κεφάλαιο της ερωτικής ζωής, και γενικότερα στη συγκρότηση της προσωπικότητάς του, έχουν οι πρώτες σεξουαλικές εμπειρίες, το πώς γεύτηκε στα χρόνια της νεότητάς του την ηδονή του φύλου. Εάν μερικοί μιλούν για την επιθυμία και τον έρωτα επιπόλαια ή με σαρκασμό, σα να είναι δευτερεύουσες ή ευτελείς υποθέσεις της ζωής, εάν ακόμη μερικοί αισθάνονται απέναντι στην επιθυμία και στον έρωτα αποστροφή και φόβο, αηδίαν ή αβεβαιότητα, τούτο κατά μεγάλο μέρος οφείλεται στο γεγονός ότι και οι πρώτοι και οι δεύτεροι δεν ευτύχησαν να έχουν καλές σεξουαλικές και αισθηματικές εμπειρίες στα πρώτα, τα κρίσιμα χρόνια της ζωής. Με τις πρώτες εμπειρίες, και σε τούτο και σε πολλά άλλα θέματα, τοποθετούνται για τον χαρακτήρα και την πνευματική υφή του ανθρώπου οι σιδηροτροχιές απάνω στις οποίες θα κινηθεί, όπως το τραίνο στις γραμμές του.

Είναι μεγάλη ευλογία για τον νέο άνθρωπο να έχει με καλούς οιωνούς μυηθεί στα αινίγματα και στις συγκινήσεις του sex. Θα σταθεί γερά πάνω στα δυο του πόδια, θα αποκτήσει αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία και θα αντέξει στις θύελλες της ζωής.

Αλλίμονο σ'εκείνον που έχει γευτεί πρόστυχα την ηδονή της σάρκας στα πρώτα βήματά του, ή στο πρώτο του ερωτικό αναφτέρωμα συνάντησε την αδιαφορία ή γνώρισε την απογοήτευση. Στραβώνει ο δρόμος του και δύσκολα θα ξαναβρεί τη σωστή γραμμή. Δεν είναι σπάνιοι (ακόμη και στους κύκλους των μορφωμένων) εκείνοι που, όταν συζητούμε μαζί τους για τον έρωτα, μας αιφνιδιάζουν με τον τρόπο που τον αντιμετωπίζουν ή τον προσπερνούν με ελαφρότητα και ειρωνεία ή μιλούν γι'αυτόν με κυνισμό και απρέπεια. Απορούμε πώς άνθρωποι σοβαροί τηρούν απέναντι σ'ένα τόσο σοβαρό θέμα μια τόσο παιδαριώδη στάση. Κακότυχοι άνθρωποι.... Την ώρα που πήγαινε να ανθίσει η ψυχή τους, που δοκίμαζαν να μυηθούν στα μυστήρια και να χαρούν το θαύμα, δεν αξιώθηκαν να βρουν τον σύντροφο τον πρόθυμο να τους παρασταθεί, τον άξιο ν'αγωνιστεί μαζί τους τον ωραίο αγώνα - και έμειναν στη μέση του δρόμου ή παραστράτισαν. Όσο περνούν τα χρόνια η στέρηση θα γίνεται πιο πικρή, ο εκτροχιασμός πιο επικίνδυνος και ξαφνιάζεται κανείς να βλέπει ανθρώπους που πέρασαν με ευπρέπεια τη ζωή τους, να έχουν γεράματα όχι ειρηνικά, ούτε ανεπαίσχυντα.

Θα έδινα λοιπόν στους νέους για τον ορθό ερωτικό προσανατολισμό τους τις εξής συμβουλές:

α. Μην ταυτίζετε τον έρωτα με την επιθυμία. Η επιθυμία είναι απαίτηση της ζωτικότητάς σας, η ικανοποίησή της θα σας ανακουφίσει. Ο έρωτας αποκαλύπτεται στο πνεύμα, με αυτόν θα ολοκληρωθεί η ύπαρξή σας. [...] Μη βιάζεσαι λοιπόν να αποφασίσεις. Περίμενε νάρθει η ευλογία του έρωτα. Πρώτη μας λοιπόν συμβουλή πρέπει να'ναι προσμονή, όχι βιασύνη. Γιατί όχι βιασύνη? Γιατί την ώρα της ροδοδάκτυλης αυγής μια κακή τοποθέτηση της αγάπης μας μπορεί να μας πολώσει προς τα κάτω, να μεταθέσει το κέντρο του ηθικού μας βάρους χαμηλά και να μείνουμε εκεί - να μαδήσουν τα φτερά μας και να μην πετάξουμε πια ψηλά. [...] Κάτι απερίγραπτα λεπτό και πολύτιμο υπάρχει μέσα σου. Φύλαξέ το! Μη ρίξεις αμέσως αυτή την τελευταία εφεδρία στη μάχη, με την πρώτη κιόλας κρούση προς το άλλο φύλο.

β. Μην προσπαθήσετε να αποσπάσετε την αγάπη με μέσα ανέντιμα από το πρόσωπο που σας έχει γοητέψει. Ο έρωτας δεν εκβιάζεται. Γίνου άξιός του για να σου δωθεί. Ας διδάξουμε στους νέους ότι ο έρωτας είναι μια σχέση απόλυτης αμοιβαιότητας. Συνδέει 2 πρόσωπα που το καθένα έχει ελεύθερα εκλέξει το άλλο, και είναι πάντοτε πρόθυμο να χαρίζεται στο άλλο, χωρίς ποτέ να συλλογίζεται ή να υπολογίζει την αμοιβή, γιατί έχει την συνείδηση ότι οσαδήποτε κι αν δώσει, προσφέρει λιγότερα απ'όσα παίρνει.
Εαν η ανταπόκριση δεν υπάρχει στην διάθεση και στην πράξη και των 2 προσώπων, δεν μπορεί να γίνει λόγος για έρωτα. Όταν αντιληφθούμε ότι παρά την προσφορά μας δεν συναντούμε ειλικρινή και αμέριστη ανταπόκριση από τον άλλο, τούτο είναι σημάδι φανερό ότι δεν βρισκόμαστε στον σωστό δρόμο, δεν χτυπάμε την πόρτα που θα ανοίξει. Είναι λάθος να νομίζουμε ότι εάν επιμένουμε, πιέσομε, κάνουμε πιο συστηματικά την πολιορκία μας, θα κατακτήσουμε το είδωλό μας. Η τακτική αυτή ίσως να είναι αποτελεσματική στο επίπεδο της επιθυμίας, όχι και στο επίπεδο του έρωτα.

γ. Όταν κατακτήσετε το μεγάλο αγαθό του έρωτα, μην αναπαυθείτε στις δάφνες σας. Είναι δυσκολότερο ακόμη να το διατηρήσετε. Για να κρατηθείτε στο ύψος της δωρεάς που σας έγινε, θα αγωνιστείτε ανανεώνοντας διαρκώς τους τίτλους των διεκδικήσεών σας. Ο έρωτας μοιάζει με την ελευθερία σε τούτο: ότι είναι προνόμιο που πρέπει διαρκώς να αποδείχνεις στην πράξη ότι το αξίζεις. Για να διατηρηθεί στέρεος ο ερωτικός δεσμός έχει ανάγκη από διαρκώς μεγαλύτερα κεφάλαια τρυφερότητας και στοργής, εμπιστοσύνης και εκτίμησης, αφοσίωσης και θαυμασμού, που να τα καταθέτουν χωρίς φειδώ και τα 2 μέρη. Γιατί ο αληθινός έρωτας είναι ένα αέναο παρόν, όχι παρελθόντος αναμνήσεις. Υπάρχει μόνο ως μια διαρκώς ανανεωνόμενη κατάκτηση. Και κερδίζεται με τις θυσίες που απαιτεί μια νίκη ακριβή. Έτσι δίνεται στον άνθρωπο κάθε είδος ευτυχίας."

ο άνθρωπος και το φόρεμα


Το φόρεμα (ανθρώπινη επινόηση και φροντίδα) ως προστασία, επιβολή και στολισμός αποτελειώνει και επισφραγίζει το "πρόσωπό" μας, το συμπληρώνει και το παρουσιάζει.

Το πώς ντύνουμε το σώμα μας (από την κεφαλή έως τα πόδια), με τι υλικά και με ποιο τρόπο, δεν είναι καθόλου ασήμαντο ή τυχαίο γεγονός για την υπόστασή μας, την προβολή του προς τα έξω, και εκφράζει την προσωπική μας υφή: το πώς θέλουμε να μας βλέπουν οι άλλοι και τα δικά μας μάτια. Γδύνετε έναν άνθρωπο (στο ιατρείο, στο στρατόπεδο, στη φυλακή) και χάνει αμέσως την αυτοπεποίθηση, τη δύναμη, το γόητρό του. Έχει την εντύπωση ότι του αφαιρέσατε και κρατάτε στα χέρια σας όχι απλώς το περίβλημα, αλλά ένα μεγάλο μέρος από την ουσία του. Ότι τον ακρωτηριάσατε. Φαντάζεστε ότι μπορεί να επιβληθεί, να έχει συνείδησή του εαυτού του "πλήρη", να ασκήσει την εξουσία ή την αποστολή του ένας αξιωματικός χωρίς στολή, ένας παπάς δίχως ράσο, ένας δικαστής ντυμένος όπως ο κατηγορούμενος;

Στις αρχαίες κοινωνίες, στους λαούς τους πρωτόγονους όχι μόνο το επίσημο φόρεμα (του φύλαρχου, του ιερέα, του μάντη κτλ.), αλλά και το καθημερινό λογαριάζεται πολύ. Πιστεύεται ότι είναι μέρος του ανθρώπου που το φορεί, συνέχεια, απόληξή του. ότι μετέχει στην ουσία του, έχει εμποτισθεί απ' αυτήν, όπως οι τρίχες του σώματος ή τα νύχια. Και γι' αυτό, εάν κατορθώσει κανείς να προμηθευτεί έστω και ένα κομματάκι από το ρούχο του εχθρού ή του αγαπημένου του, μπορεί να τον κάνει (με τη δύναμη της μαγείας) υποχείριό του.

Ο πρωτόγονος (και με τη νοοτροπία του σκέπτονται και ενεργούν παρά πολλοί, ακόμη και μέσα στις πιο εξελιγμένες κοινωνίες) φοβάται και "φυλάει" τα ρούχα του. Όπως και την απεικόνιση, το είδωλό του. Περιέχουν, κατά κάποιο τρόπο, την υπόστασή του, και όταν τα παραδίνει ή του τα αρπάζουν, πιστεύει ότι έχει εκχωρήσει ένα μέρος του εαυτού του στη διάκριση του άλλου και βρίσκεται πια κάτω από τον έλεγχό του.

΄Οχι λοιπόν δεν κάνει, αλλά ίσα-ίσα το ράσο κάνει τον παπά. ΄Οταν αλλάζετε το φόρεμά σας, αισθάνεστε διαφορετικός. Βάζετε τα γιορτινά σας και αμέσως διάθεση και συμπεριφορά γίνεται πανηγυρική. ντύνεστε στο χακί, και ένας άλλος τύπος ανθρώπου σχηματίζεται μέσα σας: ο στρατιώτης. τα μαύρα ρούχα δεν ταιριάζουν απλώς, συνθέτουν το πένθος σας. για να νιώσετε την εξοχή, το βουνό, τη θάλασσα, πρέπει να πετάξετε το συνηθισμένο και να βάλετε το εκδρομικό σας κοστούμι. Με την ίδια αμφίεση δεν μπορείτε να ζήσετε διαφορετικές καταστάσεις ζωής. Στην ανάγκη, μεταβάλλετε μια λεπτομέρεια (ανασηκώνετε το καπέλο ή τα μανίκια σας, πετάτε το σακάκι ή ξεκουμπώνετε το πουκάμισό σας) και βρίσκετε την αντιστοιχία του εσωτερικού με το εξωτερικό σας.

Πόσο η εξωτερική εμφάνιση (φόρεμα προπάντων αλλά και κόμμωση, στάση, περπάτημα) είναι συνάρτηση της εσωτερικής μας δομής, φαίνεται από το γεγονός ότι και μόνο από τον τρόπο που ντύνεται ένας άνθρωπος μπορεί να μαντέψει κανείς το επάγγελμα, την κοινωνική θέση, την παιδεία του, αλλά και πολλές πτυχές του χαρακτήρα του: το βάθος της ψυχής του, τις βλέψεις και τις επιδιώξεις του, τις διαστάσεις του αισθηματικού του κόσμου, το τι θέλει και μπορεί να πάρει και να δώσει στη ζωή, το πόσο εμπιστεύεται τον εαυτό του και άλλους ανθρώπους, αν λογαριάζει ή όχι τα μέτρα και τις συνήθειες του συλλογικού βίου.

Ακόμα και όταν συμβεί μια βαθιά και απότομη μεταβολή στη δημόσια ή στην ιδιωτική ζωή ενός ανθρώπου, μια περιπλοκή απροσδόκητη, μια κρίση (όταν κλείσει π.χ. μια πόρτα και σκοτεινιάσει ή ανοίξει ένα παράθυρο και φωτιστεί, ευωδιάσει ο αισθηματικός του κόσμος), η αλλαγή θα σημειωθεί και στην αμφίεσή του: το φόρεμα βαραίνει ή ελαφρώνει, εγκαταλείπεται ή γίνεται αντικείμενο ιδιαίτερης φροντίδας, προσαρμόζεται στη νέα κατάσταση ή ετοιμάζεται να την απεικονίσει. Τις πιο πολλές φορές οι μεταπτώσεις αυτές γίνονται χωρίς να τις επιδιώξουν εμπρόθετα ή και να τις προσέξουν οι φορείς του. Η παρόρμηση έρχεται μόνη της, από "μέσα", και το αποτέλεσμα γίνεται αντιληπτό άμα οριστικοποιηθεί.

Μια τελευταία παρατήρηση: την προσδιοριστική, την περιοριστική δύναμη του φορέματος την αισθανόμαστε όταν ανταλλάσσουμε το αληθινό μ' ένα ψεύτικο-που μας κρύβει, π.χ. την αποκριάτικη αμφίεση. Τότε έχουμε το αίσθημα ότι αποδεσμευτήκαμε, αποβάλαμε ένα μέρος του εαυτού μας, εκείνο που έχομε συνθέσει για να το θεωρούν οι άλλοι (και μεις οι ίδιοι) πρόσωπό μας, και μπορούμε πια να παίζομε ένα ρόλο-αυτόν που δεν έχομε καθόλου ή συχνά το θάρρος ή την ευκαιρία να υποδυθούμε στην καθημερινή ζωή. Εάν μας αποσπάσουν την ψεύτικη περιβολή, ξαναγυρίζουμε στην τάξη και στη νηφαλιότητα-η παρένθεση έχει κλείσει...

Ε. Παπανούτσου

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

Το δικό μας χαμόγελο του Γιάννη Ρίτσου

Δειλινό. Κόπασε το μελτέμι. Λαμποκοπάει η μουσκεμένη αμμουδιά κάθε που αποτραβιέται η θάλασσα. Το λοξό πεύκο συλλογιέται. Συλλογιόμαστε και μεις μαζί του, τραβάμε στον άμμο γραμμές, γράφουμε κάτι ψηφία, κάτι ζουγραφιές, μια γοργόνα, μια καρδιά, μια άγκυρα- έτσι, τι να πεις; Θέλεις κάτι να φτιάξεις, να δώσεις, για να γιομίσει ο καιρός, να ξανασάνεις. Κρατάς στα χέρια την ημέρα σαν ένα γράμμα μέσα στον άσπρο φάκελο. Θα γράψεις τη διεύθυνση, δυο λέξεις μόνο: στους ανθρώπους. Τίποτ’ άλλο. Θα ’ναι κει μέσα ένα κομμάτι θάλασσα, ένα άστρο, τρεις-τέσσερις πευκοβελόνες -η χαρά σου. Και θα χαμογελάς στον ύπνο σου. Όπου να ’ναι θα πάρουν το γράμμα. Θα τ’ ανοίξουν. Θα ξεδιπλώσουν την θάλασσα. Διαβάζουν. Πώς φέγγουνε τα μάτια τους. Είναι λοιπόν τόσο δύσκολο να χαίρουνται οι άνθρωποι; «Ποιοί κλέβουν απ’ τα μάτια μας το φως;». Έτσι ρωτούσαμε άλλοτες. Τώρα το ξέρουμε. Δεν το ρωτάμε πια. Μονάχα πολεμάμε.

Ο ήλιος λέει: «Είμαι δικός σας. Πάρτε με. Βγάλτε απ’ τη μέση κείνον που με φράζει» . Η θάλασσα λέει: «Είμαι δικιά σας». Το ίδιο κι ο αγέρας και το δέντρο και ο ουρανός κι η γης: «Πάρε με. Δούλεψέ με. Φτιάξε με και φτιάξε τη χαρά σου».

Γράφεις στον άμμο αριθμούς. Μετράς με την καρδιά σου τη χαρά του κόσμου. Μετράς την πίκρα του. Λογαριάζεις τα έξοδα της μέρας, τις έγνοιες σου, σα να λογαριάζεις τα έξοδα που ’κανες για ν’ αγοράσεις παιχνίδια στα παιδιά, φανέλες για τους φαντάρους, τσεμπέρια για τις μανάδες. Ναι, κάτι φτιάξαμε. Κάνεις, τη σούμα: πιστεύω.

Ήσυχα, σιωπηλά η βραδιά μαζεύει τα χρώματα σαν την καλή νοικοκυρά που μαζεύει απ’ το σκοινί της πλύσης τα κόκκινα μεσοφόρια και τα πράσινα βρακιά, τις θαλασσιές ποδιές και τις μυριόπλουμες βελέντζες. Μια γλυκιά μυρουδιά. Φύκια και ρετσίνι. Νοτισμένη ζέστα. Κάπου αναμμένο κάρβουνο. Κει πίσω από το βουναλάκι θα σιδερώνει η βραδιά τη νυχτικιά της. Άναψε κιόλας τη λάμπα της. Το πρώτο αστέρι.

Αράζει μια τράτα. Τραβάνε σιωπηλά τα δίχτυα. Γυμνά τα πόδια μπήγουνται στον άμμο. Λοξά τα κορμιά. Τεντωμένα τα νεύρα. Τα μούσκουλα πετάγονται στα μπράτσα και στα μπούτια. Βαθιές χαρακιές αυλακώνουν τα λιοκαμμένα πρόσωπα. Δύο νέοι σταματάνε δίπλα τους. Κουβεντιάζουν,

-Τι μόχτος. Και μπορεί να μην πιάσουν μήτε ένα ψάρι.

-Μόχτος δίχως πλερωμή.

-Αλλιά σε κείνονε που δε μοχτεί καθόλου.

-Άδεια ζωή.

-Ναι.

-Τώρα μοχτούνε όλοι για μια φούχτα ανθρώπους.

-Είδες και πάλι τόσα φτιάξανε.

- Ναι, μα με πόση πίκρα, πόσα βάσανα…

-Σκέψου μεθαύριο που καθένας θα δουλεύει για όλους και όλοι για τον καθένανε. Τι βλογημένος μόχτος. Τι χαρούμενος μόχτος.

-Ω, τότες…

- Ναι, τώρα χρωστάμε να μοχτούμε για τούτο το τότες, για μας, για ούλο τον κόσμο. Για βάλτο με το νου σου. Να φτιάχνεις κάτι όχι για σένα και για δύο ή για πέντε άλλους. Να φτιάχνεις κάτι και να λες: «Αυτό ’ναι για όλους και για μένα». Να ξέρεις πως προσμένουνε να το δεχτούν χιλιάδες. Χιλιάδες νομάτοι να το χαίρουνται. Και συ να χαίρεσαι χιλιάδες χαρές. Για σκέψου το. Τι κέφι τότες να δουλεύεις. Τσιτώνεται η καρδιά. Φουσκώνουν της ψυχής τα μούσκουλα. Να δίνεις όλης της ψυχής σου τ’ αγαθά για να τα βρίσκεις χιλιαπλάσια στις ψυχές όλου του κόσμου.

-Ω, τότες, ναι.

-Και τώρα, ναι, για το τώρα που φτιάχνει το τότες.

Βραδιάζει για τα καλά. Οι ψαράδες τραβάνε τα δίχτυα. Πάνου στα λιοφρυγμένα τους γυμνά κορμιά τρεμουλιάζει ρίγες-ρίγες ή γαλαζωπή αντιφεγγιά της θάλασσας. Ένα τραγούδι αγαπημένο έρχεται από πέρα, απ’ τις σκηνές της ακρογιαλιάς:



Όσα βλέπουμε μπροστά μας

απ’ τα χρόνια τα παλιά

στη δουλειά μας τα χρωστάμε

ζήτω, ζήτω η εργατιά.



Μας ξέρει τούτο το τραγούδι. Το ξέρουμε. Χιλιάδες κόσμος έχει βάλει την καρδιά του μέσα σε τούτο τον απλό σκοπό. Η πίστη, τ’ όνειρο, ο αγώνας. Μια μεγάλη ιστορία. Πολύ καρδιοχτύπι, πολύ αίμα, πολλή ελπίδα κι ενθουσιασμός. Ακούμε τούτο το τραγούδι, κοιτάμε τους ψαράδες, θυμόμαστε κείνους τους άλλους ψαράδες, πίσω απ’ τα χρόνια, θυμόμαστε κείνον το γέρο περβολάρη που μοχτούσε ως τα στερνά του, κλαδεύοντας τα δέντρα, φυτεύοντας τα νια βλαστάρια, ποτίζοντας.

-Παππού, του λέγαμε. Δεν κάθεσαι μια σταλιά να ξανασάνεις;

-Έτσι ξανασαίνω, γιε μου.

-Και δεν κουράζεσαι;

-Άμα κάθουμαι κουράζομαι. Σα βουληθεί ο Θεός θα σταματήσω. Μα και κει πάνου λέω ναν του ζητήσω να μ’ αφήκει να περιποιέμαι τα δέντρα του. Και δε θα ’βγει ζημιωμένος. Θαν του φτιάξω, μάτια μ’, κάτι δεντρά που θαν του σπάνε τα ρουθούνια απ’ τη μοσκοβολιά τους.

-Και πού το ξέρεις, παππού, πως εκεί πάνου έχει δέντρα;

-Αμ’ δα στραβός είμαι και δε γλέπω; Τι άλλο, μαθές, είναι τ’ αστέρια πάρεξ τα λουλούδια πού ’χουνε τα δέντρα τ’ ουρανού; Πες λεμονιές, πες αχλαδιές, πες μηλίτσες. Και δεν σε παίρνει κάθε βράδυ η μοσκοβολιά που ’ρχεται από κει ψηλά; Το μεσονύχτι που κοιμάσαι στην ταράτσα σου περουνιάζουνε τα σπλάχνα τούτες οι ευωδιές. Μα κι αν δεν έχει πάλι, θα φυτέψω εγώ. Θα πάρω κάμποσους σπόρους στο μαντήλι μου.

Πότιζε το περβόλι και κουβέντιαζε. Καμάρωνε τα νιόβγαλτα δεντράκια. Έπλενε τα φύλλα. Στύλωνε τα στραβά κορμιά. Κάτι μουρμούριζε. Το νοτισμένο χώμα ευωδίαζε. Μια λεμονίτσα τέντωνε γυαλιστερά τα δυνατά της φύλλα.

- Τη βλέπεις τούτη δω την κοπελίτσα. Ξεφάντωσε. Να, να. Πέρσι ήταν μια σταλίτσα, τόση δα. Μ’ έφτανε ίσαμε δώ· λίγο πιό πάνου απ' το γόνα. Τώρα τραβάει τ' αψήλου, μου ’γινε της παντρειάς. Κοντεύει να με ξεπεράσει. Έ, έ, κυρά, μη βιάζεσαι. Βλέπεις, θέλει να διεί όξω απ' τη μάντρα. Καλά. Σώπα. Του χρόνου πια ποιός μας κρατάει; Έτσι να, κάθε κλαδάκι που φυτρώνει λέω πως κέρδισε ο ντουνιάς μια ζωή. Και περφανεύουμαι του λόου μου πως βόηθηξα και γώ το Θεό σε κάτι. Κάθε που ξεμυτίζει ένα καινούριο φύλλο λέω και ξεμυτίζει ένα φτερό στη ράχη μου. Θαρρώ σε λίγο πως φτερό με το φτερό θα μου δεθούν φτερούγες και θα πετάξω ανάλαφρος πάνου απ' τα δέντρα. Μην το γελάς. Τί 'τανε πέρσι τούτο δα; Μια σπιθαμή πράμα. Τώρα μου δίνει κάθε μεσημέρι δυο οργιές ίσκιο. Μπορούνε να σταλιάσουν μια χαρά δυο προβατίνες κάτου του. Του χρόνου θα κοιμάμαι γω στη σκιά του. Κι απέ θα δώσει και λουλούδι και καρπό. Κάτι μεγάλα ζουμερά λεμόνια. Θα φτιάχνουν σούπες που θα γλείφουνε τα χείλια τους. Έ, και σα λείψω εγώ τούτο το δέντρο το δικό μου θα μείνει. Άλλοι θα κάτσουνε στον ίσκιο του, άλλοι θα φάνε τα λεμόνια του, κι ας μη με συλλογιούνται εμένα, εγώ θα βρίσκουμαι ολοσούσουμος μέσ' στη χαρά τους, μέσα στον ίσκιο, μέσα στο λεμόνι.
Ναι, ναι και μέσα στο λεμόνι που οι άλλοι, λέω τ' αδέρφια μου, θα τρώνε και
θα χαίρουνται. Και γω θα χαίρουμαι. Μη δα είναι λίγο τούτο να;

Κείνος ο περβολάρης. Το τραγούδι απόμακρα, πάνου απ' τις σκηνές. Σπιθίζει η θάλασσα. Μέσα στα δίχτυα σπαρταρούν τα ψάρια, αστράφτουν. Ο άγιος μόχτος. Είναι μια δυνατή σιωπή μέσα στο βράδυ. Αντίκρυ ανάψανε τα φώτα. Ρίχνουμε και μείς τα δίχτυα της ψυχής μας μέσα στον ουρανό, μέσα στη θάλασσα, μέσα στον κόσμο. Να πιάσουμε ένα αστέρι, μια φωνή, κάποιο τραγούδι. Κάτι να δώσουμε και μείς, κάτι να πάρουμε. Ο φάκελος της μέρας κολλημένος. Μια απλή διεύθυνση: Στους ανθρώπους. Όχι. Στ' αδέρφια μας. Θα ξεδιπλώσουν τη θάλασσα. Θα διαβάσουν. Πώς φέγγουνε τα μάτια τους. Χαμογελάνε. Ένα χαμόγελο δικό μας.







Δημοσιεύτηκε στο τεύχος αρ. 19 του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (1945)

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ - ΟΙ ΓΛΑΡΟΙ


Το νησάκι που βρίσκεται στα βορινά της Λέσβου, ανάμεσα Πέτρα και Μόλυβο, είναι γυμνό κι έρημο. Δεν έχει όνομα, κι οι ψαράδες που δουλεύουν σ’ εκείνες τις θάλασσες το λένε απλά έτσι: «Το νησί». Δεν έχει μήτε ένα δέντρο, εξόν από θάμνους. Τρία μίλια μακριά, τα βουνά της Λέσβου συνθέτουν μια ήμερη αρμονία από γραμμή, από κίνηση και χρώμα. Πλάι σ’ αυτή τη σπατάλη το γυμνό νησί με την αυστηρή γραμμή του φαίνεται ακόμα πιο έρημο. Σαν να το είχε ξεχάσει ο Θεός, όταν έχτιζε τις στεριές κι έκανε τις θάλασσες στις εφτά πρώτες μέρες του Κόσμου.

Μα από τούτη τη γυμνή λουρίδα της γης μπορείς να δεις, το καλοκαίρι, τον ήλιο να πέφτει μέσα στο ατέλειωτο πέλαγο. Τότε τα χρώματα βάφουν τα νερά κι ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σαν να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Όταν τα βράδια είναι πολύ καθαρά, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα απ’ το πέλαγο και σιγά πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που έρχεται. Αυτή την ώρα ο μπαρμπα-Δημήτρης, ο μοναχικός κάτοικος του έρημου νησιού, θα κάμει την τελευταία κίνηση που τον ενώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή: θ’ ανάψει το φως στο φάρο. Το φως θ’ αρχίσει ν’ ανάβει, να σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα αυστηρά, αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.



Ο γερο-φαροφύλακας τράβηξε τη βάρκα στον άμμο. Τη σιγούραρε καλά, μην τυχόν τη νύχτα γυρίσει ο καιρός και φουσκώσουν τα νερά. Την κοίταξε για τελευταία φορά, πριν πάρει το δρόμο για το φάρο.

— Λοιπόν, πάει κι αυτό το ταξίδι..., λέει σιγά.

Το λέει μονάχος του και σωπαίνει. Το ταξίδι αυτό, στην αντικρινή στεριά, γίνεται μια φορά το μήνα. Πηγαίνει για τις προμήθειές του, για το αλεύρι, το λάδι και για τα γεννήματα που του χρειάζονται. Στην αρχή, σε κάθε ταξίδι, έμενε όλη τη μέρα στο χωριό. Μιλούσε με παλιούς του φίλους, μάθαινε νέα για τη χώρα, για τον κόσμο, αν οι άνθρωποι ήταν σε πόλεμο για είχαν ειρήνη.

Ο τελωνοφύλακας του έδινε το μισθό του.

— Λοιπόν, και τον άλλο μήνα με το καλό, μπαρμπα-Δημήτρη.

Ο γέρος κουνούσε το κεφάλι του κι ευχαριστούσε. — Με το καλό, αν θα ‘χουμε ζωή, παιδί μου.

Τις άλλες ώρες, ώσπου να γυρίσει στο «νησί του», τις περνούσε ανεβαίνοντας στη μικρή Παναγιά, στο βράχο με τα εκατό σκαλιά, να κάμει την προσευχή του. Σταύρωνε τα χέρια του μπροστά στο παλιό εικόνισμα, χαμήλωνε το κεφάλι και προσευχόταν για τα δυο αγόρια του, που χάθηκαν στην καταστροφή της Ανατολής, για τους άλλους ανθρώπους, τελευταία για τον εαυτό του.

— Αν ζούνε, προστάτευέ τα, παρακαλούσε για τα παιδιά του. Φύλαγέ τα από θυμό κι από κακή ώρα. Φύλαγέ τα απ’ το μαχαίρι...

Μουρμούριζε τους χαιρετισμούς, ό,τι άλλο ήξερε από προσευχή, και τα γερασμένα πόδια του τρέμαν.

— Κι εμένα, καιρός πια είναι να ξεκουραστώ..., έλεγε και βούρκωναν τα μάτια του.

Κατέβαινε τα εκατό σκαλιά κάθε φορά με πιο αλαφρή καρδιά. Στο δρόμο στεκόταν και κοίταζε τα παιδάκια που παίζαν. Τον ξέραν όλα και σαν τον βλέπανε, βάζαν τις φωνές:

— Μπαρμπα-Δημήτρη! Μπαρμπα-Δημήτρη!

Τους αγόραζε φουντούκια και τους τα μοίραζε, κι εκείνα φωνάζαν χαρούμενα:

— Μην αργήσεις να ξανάρθεις, παππούλη! Μην αργήσεις!



Έτσι γινόταν σε κάθε ταξίδι κάθε φορά. Μα όσο τα χρόνια περνούσαν, τόσο ξεσυνήθιζε με τους ανθρώπους. Η ερημιά ολοένα τον κυρίευε, μέρα με τη μέρα, τον απορροφούσε, σαν να στάλαζε μες στην ύπαρξή του τη φοβερή της δύναμη. Σε κάθε ταξίδι λιγόστευε, όσο μπορούσε, τον καιρό που έπρεπε να μείνει στο χωριό για τις δουλειές του.

Έκοψε και το ανέβασμα στην εκκλησίτσα του βράχου.

— Συχώρεσέ με, γιατί πια δεν μπορώ, έλεγε στο Θεό, σαν να είχε κάμει αμαρτία. Παντού μπορώ να σε παρακαλώ, για να βλέπεις πόσο είμαι αδύναμος.

Κι όταν γύριζε στο νησί του, ύστερα από κάθε ταξίδι, έμενε πολύ αργά τη νύχτα, κάτω απ’ τα άστρα, να προσεύχεται.



Δε ρωτούσε πια νέα, τι γίνεται στον κόσμο. Δεν ήξερε τίποτα. Όλος ο κόσμος στένευε, μέρα με τη μέρα, γύρω στο έρημο νησί, κι έκλεινε με το βαθύ πέλαγο και με τα χρώματα, σαν έγερνε ο ήλιος.

Οι τελευταίοι σύντροφοι που άλλαζε πότε πότε καμιά κουβέντα μαζί τους ήταν ψαράδες που, σαν δεν τους έπαιρνε ο καιρός, άραζαν για λίγο στο νησί του. Μέναν εκεί στην ακρογιαλιά, όπου ερχόταν να σβήσει το κύμα, και λέγαν για τα βάσανά τους και για τη μοίρα τους. Πολλές φορές ξενυχτούσαν εκεί. Τότε, στις μακριές ώρες, ώσπου να χαράξει, όταν οι άλλες κουβέντες τέλειωναν, ερχόταν και η επίσημη ώρα για τα δυο παιδιά του.

— Ποιος το ξέρει..., του λέγαν οι ψαράδες. Μπορεί να ζούνε κι να ’ρθουν, μπαρμπα-Δημήτρη. Έτσι σαν τους γλάρους σου, που γύρισαν.

Δε μιλούσε, δε σάλευε, τα ήμερα μάτια του μένανε στυλωμένα στο βάθος της νύχτας.

— Ναι, μπαρμπα-Δημήτρη, σαν τους γλάρους σου. Έτσι μπορούν να γυρίσουν και να ’ρθουν. Μην απελπίζεσαι.

Οι ψαράδες τότε, μ’ αυτή την αφορμή, φέρναν την κουβέντα στους γλάρους του γέρου.

— Αλήθεια, του λέγανε, Πώς μπόρεσες να τους μερώσεις, μπαρμπα-Δημήτρη; Πουθενά δεν ακούστηκε να μερώνουν οι γλάροι...

— Έτσι είναι, παιδιά μου, μουρμούριζε αυτός. Όλα μερώνουν εδώ κάτου. Μοναχά ο άνθρωπος...

Τον ρωτούσαν να τους πει πάλι την ιστορία με τους γλάρους, μόλο που την ξέραν, όπως την ξέραν κι όλοι όσοι ζούσαν στην αντικρινή στεριά. Τα είχε βρει μικρά, μες στους βράχους, δυο γλαρόπουλα αμάλλιαγα ακόμα. Ήταν χειμώνας τότε, τα λυπήθηκε και τα κουβάλησε στο καλύβι του, πλάι στο φάρο. Τα κράτησε και τα μεγάλωσε, ταΐζοντάς τα μικρά ψάρια που έπιανε το δίχτυ του. Μια μέρα του ήρθε η ιδέα να τους βγάλει από ένα όνομα.

«Ε, λοιπόν, εσένα θα σε λέμε...»

Μες στις αναμνήσεις του, μες στην καρδιά του, κείνη την ήμερη ώρα τριγυρίζανε τα δυο παιδικά πρόσωπα, τον καιρό που ήταν πολύ μικρά και τα φώναζε.

«Λοιπόν..., εσένα να σε λέμε Βασιλάκη, είπε στο ένα πουλί. Κι εσένα να σε λέμε Αργύρη...»

Έτσι, από τότε άρχισε να τα φωνάζει με τα ονόματα των παιδιών του. Κι οι γλάροι σιγά σιγά τα συνηθίσανε.

Σαν μεγάλωσαν κι ήρθε η άνοιξη, ένα πρωί σκέφτηκε πως είναι αμαρτία να έχει σκλαβωμένα τα πουλιά. Αποφάσισε να τα λευτερώσει. Άνοιξε το μεγάλο καλαμένιο κλουβί κι έπιασε πρώτα το ένα πουλί. Το κράτησε μες στα δυο του χέρια, το χάιδεψε. Αισθανόταν την καρδιά του να είναι πολύ αλαφρή.

«Άιντε, λοιπόν, Βασίλη!» είπε στο πουλί και άνοιξε τα χέρια του, να το αφήσει να φύγει.

Το πουλί πέταξε, έφυγε.

Έβγαλε και το άλλο, το χάιδεψε σαν το πρώτο, το άφησε κι αυτό. Όλα ήταν ήμερα κείνη τη μέρα και η νύχτα που ήρθε ήταν ήμερη. Μονάχα που αισθανόταν να είναι ακόμα πιο έρημος.

Το ίδιο βράδυ είχε αποτραβηχτεί νωρίς, όταν άκουσε στο μικρό παράθυρο της καλύβας αλαφριά χτυπήματα. Πλησίασε και κοίταξε. Δεν το πίστευε. Πετούσε απ’ τη χαρά του, σαν να ήταν τα παιδιά του που γύριζαν.

Άνοιξε την πόρτα να μπουν μέσα οι γλάροι.

Από τότε αυτό γινόταν: τα πουλιά φεύγαν το πρωί, ταξιδεύανε ως τις αντικρινές στεριές της Ανατολής, ως πέρα στο Σίγρι, και τα βράδια γύριζαν. Έκαναν κοπάδι μαζί με άλλους γλάρους και πολλές φορές πετούσαν πάνω απ’ το ρημονήσι. Αν ήταν χαμηλά, ο γέρος μπορούσε να τους ξεχωρίσει απ’ τα σταχτιά σημάδια που είχαν κάτω απ’ τις φτερούγες. Σαν έβγαινε με τη βάρκα κι αυτοί τριγύριζαν εκεί σιμά, χαμήλωναν και τσίριζαν από πάνω του. Τους είχαν μάθει κι σι άλλοι ψαράδες στα μέρη εκείνα. Και σαν τους βλέπανε, φωνάζαν γελώντας:

— Ε, Βασίλη!... Ε, Αργύρη!...



Έτσι περνούσαν οι μέρες στο ρημονήσι. Η μια, η άλλη, αυτή που πέρασε, αυτή που θα ’ρθει. Μια αδιατάραχτη σειρά από μέρες και νύχτες, που δεν είχαν τίποτα να περιμένουν, άλλο απ’ το θάνατο.

Μια βραδιά του καλοκαιριού έγινε κάτι ασυνήθιστο. Οι γλάροι δε γύρισαν. Μήτε την άλλη μέρα φάνηκαν, μήτε την άλλη νύχτα.

— Μπορεί να ταξιδέψαν μακριά, συλλογίστηκε ο γέρος, για να ξεγελάσει την ανησυχία του.

Το άλλο πρωί, όπως συνήθιζε, κάθισε στο πεζούλι του φάρου. Κοίταξε το πέλαγο. Μια στιγμή του φάνηκε πως η θάλασσα αυλακωνόταν, κανένα μίλι μακριά, σαν να περνούσαν δελφίνια και παίζαν. Πολλές φορές έβλεπε στ’ ανοιχτά να περνούν δελφίνια. Τα παρακολουθούσε να γράφουν τις αργές κινήσεις τους όξω απ’ το νερό, πάλι να πέφτουν.

— Δελφίνια θα είναι και τώρα.

Μα σε λίγο είδε καθαρά πως δεν ήταν.

— Άνθρωποι είναι! είπε ξαφνιασμένος.

Κατέβηκε στο ακρογιάλι και περίμενε. Σε λίγο ξεχώρισε πως ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Κολυμπούσαν πλάι πλάι, με αργές κινήσεις, γεμάτες βεβαιότητα. Και το μικρό κύμα έκλεινε πάνω στο αυλάκι που άφηναν.

Τι να θέλουν;

Δε θυμόταν άλλη φορά να είχαν έρθει κατά κει για κολύμπι άνθρωποι. Κι ύστερα, δε φαινόταν εκεί γύρω καμιά βάρκα, απ’ όπου να είχαν πέσει.

Σε λίγη ώρα είχαν φτάσει.

Τα δυο βρεμένα κορμιά τινάζουνται απ’ τη θάλασσα στ’ ακρογιάλι.

Το αγόρι κοιτάζει το κορίτσι μες στα μάτια και τεντώνει τα χέρια του ψηλά.

— Αχ! λέει παίρνοντας βαθιά ανάσα. Τι καλά που ήταν!

Το κορίτσι κάνει την ίδια κίνηση με τα χέρια. Πιο αργά:

— Τι καλά που ήταν!

Ύστερα τρέξαν προς το φαροφύλακα.

— Εσύ ‘σαι ο μπαρμπα-Δημήτρης; λέει το αγόρι.

— Εγώ είμαι, λέει με ταραχή. Μπας και σας έτυχε τίποτα;

— Α, μπα! βιάζεται να πει το αγόρι. Είπαμε χτες να κάνουμε αυτό το ταξίδι με τη φίλη μου, και να που ήρθαμε.

— Από πού; ρωτά ο γέρος με απορία. — Μα απ’ αντίκρυ, απ’ την Πέτρα.



Ο μπαρμπα-Δημήτρης δεν ξέρει τι να πει, μουρμουρίζει μονάχα πως δε θυμάται να του είχαν έρθει άλλη φορά ξένοι με τέτοιο ταξίδι.

Άρχισαν ν’ ανεβαίνουν προς το φάρο.

Περπατούσε πρώτος, τα παιδιά ακολουθούσαν. Δε θα ήταν το καθένα περισσότερο από δεκαοχτώ, δεκαεννιά χρονώ. Κι εκείνος βάδιζε μπρος, και τα χρόνια βάραιναν στους ώμους του, σαν να του ζητούσαν την ευθύνη, γιατί δεν τ’ άφηνε να ξεκουραστούν.

Κάθισαν στο πεζούλι του φάρου. Μπροστά τους το Αιγαίο ακύμαντο, ο ήλιος έτρεμε πάνω του.

— Από πού έρχεστε; ρώτησε ο γέρος.

— Σπουδάζουμε στην Αθήνα, είπε το κορίτσι. Εγώ σπουδάζω χημικός κι ο φίλος μου στο Πολυτεχνείο.

— Α, αλήθεια!... Μουρμουρίζει ο γέρος χωρίς να καταλαβαίνει.

— Έχεις πάει καμιά φορά στην Αθήνα, παππούλη; Ρωτά το κορίτσι.

— Όχι. Ποτές.

— Θα το ήθελες τώρα;

Η φωνή του είναι σιγανή, μόλις ακούεται:

— Όχι, παιδί μου. Τώρα είναι αργά.

— Θα είσαι πολύ μονάχος εδώ, παππούλη.

— Είμαι πολύ μοναχός, παιδί μου.

Σώπασαν. Πέρασε λίγη ώρα. Ψηλά πέρασε ένα κοπάδι γλάροι. Ο γέρος σηκώνεται και μπαίνει στο καλύβι να φέρει γλυκό. Απ’ το μικρό παράθυρο μπορεί να βλέπει τα δυο παιδιά, έτσι που είναι ξαπλωμένα. Στα κορμιά τους και στα πρόσωπά τους τρέμουν ακόμα στάλες απ’ τη θάλασσα. Ο ήλιος τα έχει ψήσει αλύπητα, είναι κει σαν δυο αγάλματα από μπρούντζο που τα ξέβρασε το πέλαγο — μια θεότητα της υγείας και μια θεότητα της νεότητας. Τα μαύρα μαλλιά του κοριτσιού πέφτουν πάνω στους ώμους του και στα μεγάλα μαύρα μάτια του σαλεύει βαθύ φως.

...Έτσι απλά και ήμερα είναι όλα στο ρημονήσι αυτή την ιερή ώρα. Έτσι ήμερα είναι και μες στην καρδιά του γέρου ανθρώπου. Είναι πλημμυρισμένος, τούτο το καλοκαιρινό πρωινό, είναι βουρκωμένος. Αυτή η απρόοπτη τρυφερότητα που ήρθε να ταράξει την ερημιά του, τα ακίνητα νερά...

— Παππούλη, να ‘ρθουμε κι εμείς μέσα; του φωνάζει απ’ έξω το κορίτσι.

— Έρχουμαι εγώ, έρχουμαι! Λέει ταραγμένος.

Τους έφερε γλυκό, αμύγδαλα, κρύο νερό.

— Δεν έχω τίποτα άλλο..., μουρμουρίζει, σαν να θέλει να τον συχωρέσουν.

— Κάθισε, κάθισε, παππούλη, — τον πιάνει το κορίτσι απ’ το χέρι να καθίσει πλάι του.

Κάθισε.

— Ελάτε και αύριο, τους λέει δειλά. Θα ψαρέψω για σας τη νύχτα. Αύριο φεύγουμε, απαντά το κορίτσι με λύπη. Κρίμα, τόσες μέρες που ήμαστε εδώ να μην ερχόμαστε! Είσαι πάντα έτσι έρημος, παππούλη;

— Πάντα, παιδί μου.

— Α. τώρα καταλαβαίνω τι ήταν οι γλάροι..., μουρμουρίζει το αγόρι.

— Ναι, παιδί μου, αυτό είναι. Η ερημιά.

— Θα πρέπει να τους συχωρέσεις, παππούλη, λέει πάλι το αγόρι σε λίγο. Αν ήξεραν, δε θα το έκαναν ποτέ.

Ο γέρος δεν καταλαβαίνει. Στέκει με απορία.

— Για ποιους λες, παιδί μου;

—Γι’ αυτούς που σκοτώσαν τους γλάρους σου λέω, μπαρμπα-Δημήτρη. Είναι φίλοι μας.

Καταλαβαίνει τα γόνατά του να τρέμουν, η καρδιά του χτυπά.

— Τους σκοτώσαν είπες;

— Α, δεν το ήξερες ακόμα;...

Το παιδί δαγκάνει τα χείλια του, μα είναι αργά. Του λέει την ιστορία: πως κυνηγούσαν, όλη η νεολαία, ύστερα κατεβήκαν στην ακρογιαλιά· οι δυο γλάροι χαμήλωσαν απ’ το άλλο κοπάδι, ο φίλος τους τράβηξε εκεί σιμά, γνώρισαν τις σταχτιές φτερούγες.

Ο γέρος ακούει, ακούει, — δεν είναι τίποτα, δυο γλάροι ήταν.

— Δεν ήξεραν, παππούλη..., λέει με θερμή φωνή το κορίτσι, συγκινημένο απ’ τη βουβή λύπη που βλέπει στο γερασμένο πρόσωπο. Δεν ήξεραν...

Κι εκείνος κουνά μόλις, αργά, το κεφάλι του, συγκατανεύοντας:

— Ναι, ναι, παιδί μου. Δε θα ξέραν...



Αρκετή ώρα πέρασε.

— Πρέπει να φύγουμε, λέει το αγόρι. Το κορίτσι σηκώνεται.

— Να φύγουμε.

Πηγαίνουν μπροστά, ο γέρος έρχεται λίγο πίσω τους. Φτάσαν στην ακρογιαλιά.

— Σε χαιρετούμε, παππούλη, λέει πρώτο το κορίτσι.

Πιάνει το χέρι του, σκύβει να το φιλήσει. Κι αυτός της χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά.

— Να σας βλογά ο Θεός, μουρμουρίζει συγκινημένος.

Έφυγαν. Παρακολουθεί πολλή ώρα το μικρό αυλάκι που κάνουν τα κορμιά τους στη θάλασσα. Ώσπου όλα σβήνουν απ’ τα μάτια του. Και το πέλαγο είναι πάντα έρημο Και ατελείωτο.

Νυχτώνει. Έχει καθίσει στο πεζούλι, σι ώρες περνούν. Όλα περνούν απ’ τα θολωμένα μάτια του: τα μικρά του τα χρόνια, τα παιδιά που μεγάλωσε και χάθηκαν, οι άνθρωποι που τον πικράνανε. Όλα περνούν κι όλα σβήνουν. Και τα δυο παιδιά κι ένα κοπάδι γλάροι που πετούν ψηλά. Δυο γλάροι έχουν σταχτιές φτερούγες. Κι αυτοί περνούν και χάνουνται. Δεν είναι πια να γυρίσει τίποτα. Έχει χαμηλώσει το κεφάλι και τα δάκρυα στάζουν στην ξερή γη. Από πάνω του το φως του φάρου ανάβει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα, αυστηρά και αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

A Tear And A Smile

I would not exchange the sorrows of my heart
For the joys of the multitude.
And I would not have the tears that sadness makes
To flow from my every part turn into laughter.

I would that my life remain a tear and a smile.

A tear to purify my heart and give me understanding
Of life's secrets and hidden things.
A smile to draw me nigh to the sons of my kind and
To be a symbol of my glorification of the gods.

A tear to unite me with those of broken heart;
A smile to be a sign of my joy in existence.

I would rather that I died in yearning and longing than that I live Weary and despairing.

I want the hunger for love and beauty to be in the
Depths of my spirit,for I have seen those who are
Satisfied the most wretched of people.
I have heard the sigh of those in yearning and Longing, and it is sweeter than the sweetest melody.

With evening's coming the flower folds her petals
And sleeps, embracingher longing.
At morning's approach she opens her lips to meet
The sun's kiss.

The life of a flower is longing and fulfilment.
A tear and a smile.

The waters of the sea become vapor and rise and come
Together and area cloud.

And the cloud floats above the hills and valleys
Until it meets the gentle breeze, then falls weeping
To the fields and joins with brooks and rivers to Return to the sea, its home.

The life of clouds is a parting and a meeting.
A tear and a smile.

And so does the spirit become separated from
The greater spirit to move in the world of matter
And pass as a cloud over the mountain of sorrow
And the plains of joy to meet the breeze of death
And return whence it came.

To the ocean of Love and Beauty----to God.

Khalil Gibran

The Grass of God's Garden

I saw bouquets of fresh roses
Tied upon a cupola of grass.
I asked: "What is despicable grass
To sit also in the line of the roses?"

The grass wept and said: "Hush!
Companionship does not obliterate nobility.
Although I have no beauty, color, and perfume,
Am I not after all the grass of God's garden?"

by: Saadi (c. 1213-1291)
translated by Edward S. Holden