"H φανταστική ελπίδα μπορεί ν' αρπάξει το ίδιο γερά έναν άνθρωπο όσο κι η πραγματικότητα"

"Charles Dickens"

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Το νησί

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα.

Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.
Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.
Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.
Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.
Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»,
«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα».
Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.
«Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη.
«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία.
Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.
«Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου».
«Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία.
Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.
Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή:
«Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!».
Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του.
Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.
Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση:
«Γνώση, ποιος με βοήθησε»;
«Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση.
«Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε η Χρόνος;»
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».

Μάνος Χατζιδάκις

Φιλία (Χαλίλ Γκιμπράν "Ο Προφήτης)

Και ένας νέος είπε, Μίλησε μας για τη Φιλία.
Κι εκείνος αποκρίθηκε λέγοντας:
Ο φίλος σας είναι η εκπλήρωση των αναγκών σας.
Είναι το χωράφι που εσείς σπέρνετε με αγάπη και θερίζετε με ευγνωμοσύνη.
Και είναι το τραπέζι σας και το παραγώνι σας.
Γιατί πηγαίνετε στο φίλο με την πείνα σας, και τον αναζητάτε για τη γαλήνη σας.
Όταν ο φίλος σας εκφράζει τις σκέψεις του, δε φοβάστε το όχι στη δική σας σκέψη, ούτε αποσιωπάτε το ναι.
Και όταν εκείνος είναι σιωπηλός, η καρδιά σας δεν παύει για ν' ακούσει την καρδιά του.
Γιατί στη φιλία, όλες οι σκέψεις, όλες οι επιθυμίες, όλες οι προσδοκίες γεννιούνται και μοιράζονται χωρίς λέξεις, με χαρά που είναι άφωνη.
Όταν χωρίζεσαι από το φίλο σου, δε λυπάσαι, γιατί αυτό που αγαπάς πιο πολύ σ' αυτόν μπορεί να είναι πιο φανερό στην απουσία του, όπως ο ορειβάτης βλέπει πιο καθαρά το βουνό από την πεδιάδα.
Και μη βάζετε κανένα σκοπό στη φιλία εκτός από το βάθαιμα του πνεύματος. Γιατί η αγάπη που γυρεύει κάτι άλλο εκτός από την αποκάλυψη του δικού της μυστηρίου δεν είναι αγάπη παρά ένα δίχτυ που ρίχνεται στη θάλασσα και μόνο το ανώφελο θα πιάσει.
Και δίνετε το καλύτερο εαυτό σας στο φίλο σας. αφού θα γνωρίσει την άμπωτη του κυμάτου σας, δώστε του να γνωρίσει και την παλίρροιά του.
Είναι ο φίλος σας κάτι που θα έπρεπε να γυρεύετε όταν έχετε ώρες που θέλετε να σκοτώσετε;
Καλύτερα να γυρεύετε το φίλο σας πάντα όταν έχετε ώρες να ζήσετε. Γιατί έργο του φίλου σας είναι να εκπληρώσει τις ανάγκες σας, αλλά όχι να γεμίσει το κενό σας.
Και μέσα στη γλύκα της φιλίας κάνετε να υπάρχει γέλιο, και μοίρασμα χαράς.
Γιατί στις δροσοστάλες των μικρών πραγμάτων η καρδιά βρίσκει την καινούργια αυγή της και ξανανιώνει

Εύα Ομηρόλη,"Οι Αναλφάβητοι του έρωτα"

Θα χανομουνα χωρις αυτη τη ζωη ,
χωρις τη σιγουρια οτι εκεινο που ηθελα το εκανα
κι αν ηθελα,παλι θα το ξανακανα .

Η ιδεα και η εντυπωση ειναι τα μονα που μετρουν.
Η επιγνωση της κατωτεροτητας και της λειψης σου φυσης ειναι οι μονοι εφιαλτες .
Η σιγουρια φτανει για να σε κανει πιο ηρεμο ,ακομα κι αν ειναι μια σκετη ουτοπια .

Η δυναμη ειναι μια ιδεα ,ολα ειναι μια ιδεα .
Τιποτε δεν εχει την αληθινη του υποσταση και μπορει να μην υπαρχουν αληθινες υποστασεις μεσα σε ανθρωπινες ψυχες .

Το μυαλο ειναι εκεινο που φταχνει τα παντα και μονο του παλι τα χαλα.

Μεσα στο μυαλο μου εχω πια την σιγουρια
οτι μπορω να ειμαι ελευθερη μολις το θελησω.
Μεσα στο μυαλο μου εχω τη δυναμη να καλοσωρισω την καθε μονοτονη μερα.
Μεσα στο μυαλο μου βρισκω την δυναμη να ανεβω την ανηφορα χωρις να υποφερω.

Ειμαι εγω και ειμαι ζωντανη και αυτοφωτη σαν ηλιος.

Και απο τιποτα πια δεν εχω αναγκη,
αφου δοκιμαστηκα στα γραναζια της ζωης και της περιπετειας .
Αφου εμαθα τις αληθινες αξιες κι εδωσα αξια στον εαυτο μου .

Ειμαι ελευθερη και μοναδικη.

Μπορεσα,μπορεσα!
Ξυπνω πια το πρωι και φωναζω, << μπορω>> γιατι το ‘χω πιστεψει πως ολα τα μπορω.
Κι ειναι αληθεια.
Ειμαι παντοδυναμη και κανεις δεν μπορει να μου κλεψει ολες τις ομορφες στιγμες που τολμησα να ζησω.

Οχι,δεν εχω ενοχες .

Η απολυτη ευτυχια κι η γνωση εκεινου που ζητας δεν σου αφηνει ποτε ενοχες.

Ενοχες σου αφηνουν ολα εκεινα που δεν εζησες, οχι γιατι δεν μπορεσες ,αλλα γιατι φοβηθηκες την δυναμη τους ,την μαγεια τους .
Ολη εκεινη την μαγεια που μια ζωη αναζητας κι οταν σου πεφτει στο κεφαλι σαν ευλογια ,την αρνεισαι χωρις ουσιαστικο λογο παρα μονο επειδη δισταζεις να πας παραπερα ,να δεις τι γινεται μεσα απο το συνορο που σ’εχουν φυλακισει .

Κι οταν περνουν τα χρονια και οι εποχες ,και τιποτα δεν μπορει να σταματησει την ανελεητη φθορα ,θυμασαι,σκεφτεσαι και σε πιανουν ολοι οι φοβοι , ολες οι απελπισιες.

Γιατι ειναι αναγκη να εισαι δυνατος.

Μονοι γεννιομαστε ,μονοι πεθαινουμε
και τιποτα δεν μας μενει περα απο τις στιγμες που ζησαμε.
Τις ομορφες .
Ολες εκεινες που ξεπερασαν για λιγο την μιζερια και την θλιψη ,ολες εκεινες που ταυτιστηκαν μαζι μας ,που ανηκουν πια μονο σε μας.

Επειδη πανω απ’ολα,θελει τολμη η ζωη, θελει πολλα κοτσια η ευτυχια.

Κι η μοιρα δεν ειναι κατι απλο κι ουδετερο,αλλα κατι που πλαθεται οπως το θες .
Ειμαι ετοιμη να γερασω με τον αντρα που αγαπω ,αλλα ειμαι καθε φορα προετοιμασμενη να βουτηξω στις προκλησεις και τις ηδονες ,στα κυματα της ζωης και ο,τι πηγαινει μαζι της.
Γιατι μεσα απ’ολα αυτα ενα ,καταλαβα.
Οι δυστυχιες που ερχονται παλευονται .
Οι ευτυχιες που δεν λενε να φανουν ειναι εκεινες που γινονται οι εφιαλτες μιας ζωης.

Ολες εκεινες μικρες σπιθες που μας δινονται ετοιμες ,ολοζωντανες καθε μερα και τις αφηνουμε να χαθουν σαν να μην υπηρξαν ειναι τα απωθημενα που δεν θα μας αφησουν να γερασουμε με αξιοπρεπεια.

Θεε μου,δωσ’μου τις δυστυχιες που μου αναλογουν ,αφου δεν γινεται αλλιως,αλλα βοηθησε με να αξιωθω κι ολες τις ευτυχισμενες ωρες που αιωρουνται σαν αστρα πανω απο το κεφαλι μου.

Να ζησω τον χρονο μου ,να τον ποτιστω μεχρι την πιο μικρη μου ινα,να μπορεσω να γινω ενα μαζι του.Να εχω συντροφισσες ομορφες στιγμες ,να ξερω πως εζησα,να μετανιωνω για κεινα που εκανα και να ψαχνω να βρω κι αλλα να κανω.

Οι στιγμες ,οι ωρες και τ’αγγιγματα ,η αναστατωση κι οι κομποι στο στομαχι,το βαρυ στο στηθος απ’τον πανικο της ευτυχιας ,η απολαυση του κορεσμου και της σοφιας ,το κυμα μεσα στο κεφαλι μου,η τρικυμια που δεν λεει να κοπασει, ο φοβος για το υστερα,για το μετα,οι ευωδιες των χυμων και οι επιλογες.

Να η ζωη!
Να η ζωη ,φωναζω μ’οση δυναμη μου απομενει .
Μα ειναι λιγη και πολυτιμη κι ειναι δικη μου ,μονο δικη μου σαν τον αερα που ανασαινω.Δεν θ’αφησω να μου την παρει μητε ανθρωπος μητε Θεος.Κι ευχομαι ολες οι αναστολες κι οι δισταγμοι μου να ξεκινουν μονο απο αγαπη .
Αγαπη για κατι αλλο πιο βαθυ,πιο ωραιο.

Γιατι,τελος,και το γηρας ειναι ωραιο και παντου μεσα του μπορεις να βρεις ολες εκεινες τις αναλαμπες που σημαινουνε ζωη.
Κι ολα ειναι ομορφα απο κοντα ,οταν τα ζεις.
Μα σε τουτο το γηρας καλο ειναι να μην μενεις μονος σου.
Κι ειναι αληθεια αυταποδεικτη,πως το μονο που μπορει παντα να σε συνοδευει ,
το μονο που για παντα μενει
ειναι μια ,δυο ,δεκα,εκατο-ξερω κι εγω ποσες;- ομορφες στιγμες.

"Η ψυχή του κόσμου" της Susana Tamaro

"Η λογική της αγάπης είναι ένα είδος μη λογικής. Ακολουθεί συχνά δρόμους ακατανόητους για το πνεύμα μας. Η αγάπη παρέχεται δωρεάν, αυτό δυσκολευόμαστε να το παραδεχθούμε. Σύμφωνα με την κανονική λογική, όλα έχουν ένα βάρος κι ένα αντίβαρο, υπάρχει μια πράξη και μια αντίδραση, ανάμεσα στη μια και την άλλη υπάρχει πάντα μια γνωστή σχέση."


"Τότε αγνοούσα ότι τα πράγματα που μας συμβαινουν δεν είναι ποτέ ουδέτερα, έστω κι αν το πιστεύουμε, έστω κι αν είμαστε σίγουροι γι' αυτό. Ένας σπόρος τριφύλλι διατηρεί ανέπαφη τη ζωτικότητά του ογδόντα ολόκληρα χρόνια. Το ίδιο ισχύει και για τα γεγονότα: ακόμα κι όταν τα καλύπτουμε μ' ένα στρώμα αδιαφορίας, ακόμα κι όταν τα φυσάμε για να τα στείλουμε μακριά, αυτά μένουν ήσυχα στη θέση τους. Είναι ο σπόρος ενός πράγματος που, αργά ή γρήγορα, θα βγει στην επιφάνεια."


"Τα υπερευαίσθητα άτομα παθαίνουν συχνά κάτι παράξενο, μεγαλώνοντας γίνονται πιο σκληρά. Το σώμα έχει τους νόμους του και ανάμεσα στους νόμους του υπάρχει και τούτος: αν κάτι υπονομεύει την ακεραιότητά του, μπαίνουν αμέσως σε κίνηση τα αντισώματα. Η βία κι ο κυνισμός είνια ακριβώς αυτό: ανατρέπουν το όραμα του κόσμου για να χαρίσουν δύναμη. Διαβάζοντας τη ζωή των μεγάλων εγκληματιών, δεν παραξενεύτηκα ποτέ από τη διαπίστωση ότι μερικοί αφάνιζαν ολόκληρους πληθυσμούς και το βράδυ πότιζαν τα λουλούδια ή θλίβονταν γιατί ένα πουλάκι είχε πέσει απ' τη φωλιά του. Κάπου μέσα μας βρίσκεται ένας διακόπτης κι ανάλογα με την ανάγκη, συνδέει ή αποσυνδέει το ρεύμα της καρδιάς."


"Αυτός ο γιος δεν ήταν θλιμμένος, αλλά σαστισμένος. Ίσως έτσι συμβαίνει πάντα, όταν φεύγει κι ο δεύτερος γονιός. Ξαφνικά βρίσκεσαι ολομόναχος, και μέσα στη μοναξιά σου αλλάζουν πολλά. Δεν είσαι πια γιος, δεν υπάρχει πια κανένας για να του εναντιωθείς. Το τέλος, που κατά φυσική ακολουθία διαγράφεται στον ορίζοντα είναι το δικό σου."

"Από τη γέννησή μας μας διδάσκουν ότι η ζωή είναι φτιαγμένη για να οικοδομούμε, κι όμως αυτό δεν είναι αλήθεια. Δεν είναι αλήθεια, γιατί αυτό που οικοδομούμε, γκρεμίζεται αργά ή γρήγορα, κανένα υλικό δεν είναι τόσο αυθεντικό ώστε να κρατήσει αιώνια. Η ζωή δεν είναι φτιαγμένη για να οικοδομούμε, αλλά για να σπέρνουμε. Στον πλατύ κυκλικό χορό, από το φεγγίτη της αρχής ως εκείνον του τέλους, περνάει και απλώνεται ο σπόρος. ίσως δεν τον δούμε να βλασταίνει, γιατί όταν θα ξεμυτίσει, εμείς δε θα υπάρχουμε πια. Δεν έχει καμιά σημασία. Σημαντικό είναι ν' αφήσουμε πίσω μας κάτι ικανό να φυτρώσει και να μεγαλώσει."


"...το μεγάλο λάθος είναι να πιστεύουμε πως η ευφυϊα είναι δικό μας έργο. Όσο πιο έξυπνοι είμαστε τόσο πιο πολύ το πιστεύουμε, αλλά την ευφυϊα δεν τη φτιάχνουμε εμείς, η ευφυϊα είναι ένα δώρο, ένα είδος μικρού θησαυρού, που πρέπει να τον φροντίζουμε ιδιαίτερα, μας την έχουν εμπιστευτεί, πρέπει να τη σεβόμαστε, να έχουμε πίστη σ' αυτήν...Η μεγάλη σύγχυση γεννιέται όταν μπερδεύουμε τη γνώση με την εξουσία, όταν πιστεύουμε πως η ευφυϊα από μόνη της χρησιμεύει για να εξουσιάζουμε και να πλάθουμε τα πράγματα. Πολύ συχνά, ξεχνάμε να τη συνοδεύουμε με το συναίσθημα. Χωρίς ταπεινοφροσύνη, χωρίς συμπόνοια, η ευφυϊα είναι καταδικασμένη να μεταμορφωθεί σε τέρας, σ' ένα κλουβί απ' όπου είναι σχεδόν αδύνατο ν' αποδράσουμε...αυτό είναι το κακό της εποχής μας. Η ευφυϊα αποδεσμευμένη από όλα τα άλλα. Έχει χαθεί ο φόβος του Θεού, οι πράξεις δεν υπαγορεύονται από μια βαθιά αίσθηση..."

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ' αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού' μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ' αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ' άλλα νά' ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

Κική Δημουλά

Αναφορά στον Γκρέκο

"Τρόμαξα,είδα για πρώτη φορά πόσο δημιουργική είναι η επέμβαση του ανθρώπου και πόσο μεγάλη η ευθύνη του.Αν η πραγματικότητα δεν παίρνει τη μορφή που θέμε,εμείς φταίμε΄ό,τι δεν πεθυμήσαμε αρκετά,αυτό το λέμε ανύπαρχτο΄πεθύμησέ το,πότισέ το με το αίμα σου,με τον ιδρώτα και τα δάκρυα,και θα πάρει κορμί.Η πραγματικότητα τίποτ'άλλο δεν είναι παρά η υποταγμένη στην πεθυμιά μας και στον πόνο μας χίμαιρα."

"Ο άνθρωπος δεν αντέχει στην απόλυτη λευτεριά΄μια τέτοια λευτεριά τον φέρνει στο χάος΄αν ήταν μπορετό να γεννιόταν άνθρωπος με απόλυτη λευτεριά,το πρώτο χρέος του,αν ήθελε να'ναι χρήσιμος απάνω στη γης,θα'ταν να περιορίσει τη λευτεριάν αυτή΄μονάχα σ'ένα ορισμένο,περιορισμένο αλώνι αντέχει ο άνθρωπος να δουλέψει."

"Ο δημιουργός παλεύει με ουσία σκληρή,αόρατη,ανώτερή του΄κι ο πιο μεγάλος νικητής βγαίνει νικημένος΄γιατί πάντα το πιο βαθύ μας μυστικό,το μόνο που άξιζε να ειπωθεί,μένει ανείπωτο.Δεν υποτάζεται ποτέ αυτό στο υλικό περίγραμμα της τέχνης΄πλαντούμε στην κάθε λέξη΄βλέπουμε ένα δέντρο ανθισμένο,ένα ήρωα,μια γυναίκα,το άστρο της αυγής και φωνάζουμε: Αχ! και τίποτ'άλλο δεν μπορεί να χωρέσει τη χαρά μας.Όταν το Αχ! αυτό θελήσουμε,αναλύοντάς το,να το κάμουμε στοχασμό και τέχνη,να το μεταδώσουμε στους ανθρώπους,να το σώσουμε από την ίδια μας τη φθορά,πώς ξευτελίζεται σε λόγια αδιάντροπα,βαμμένα,γεμάτα αέρα και φαντασία!
Κι όμως,αλίμονο! τρόπος άλλος να μεταδώσουμε στους ανθρώπους το μόνο αθάνατο μέσα μας,το Αχ! ετούτο,δεν υπάρχει.Οι λέξες! οι λέξες! Άλλη για μένα σωτηρία,αλίμονο,δεν υπάρχει.Δεν έχω στην εξουσία μου παρά είκοσι τέσσερα μολυβένια στρατιωτάκια,τα είκοσι τέσσερα γράμματα της αλφαβήτας,θα κηρύξω επιστράτεψη,θα σηκώσω στρατό,θα παλέψω με το θάνατο.
Ξέρω καλά πως ο θάνατος δε νικιέται΄μα η αξία του ανθρώπου δεν είναι η Νίκη,παρά ο αγώνας για τη Νίκη.Και ξέρω ακόμα ετούτο,το δυσκολώτερο:δεν είναι ούτε ο αγώνας για τη Νίκη΄η αξία του ανθρώπου είναι μια μονάχα,ετούτη:να ζει και να πεθαίνει παλικαρίσια και να μην καταδέχεται αμοιβή.Κι ακόμα ετούτο,το τρίτο,ακόμα πιο δύσκολο:η βεβαιότητα,πως δεν υπάρχει αμοιβή,να μη σου κόβει τα ήπατα παρά να σε γεμίζει χαρά,υπερηφάνια κι αντρεία."

"Κάθε άρτιος άνθρωπος έχει μέσα του,στην καρδιά της καρδιάς του,ένα κέντρο μυστικό και γύρα του περιστρέφουνται τα πάντα΄ο μυστικός αυτός στρόβιλος δίνει ενότητα στο στοχασμό και στην πράξη μας,και μας βοηθάει να βρούμε ή να εφεύρουμε την αρμονία του κόσμου.'Άλλοι έχουν τον έρωτα,άλλοι τη δίψα της μάθησης,άλλοι την καλοσύνη ή την ομορφιά΄ή τη λαχτάρα του χρυσαφιού και της εξουσίας΄κι όλα τ'αξιολογούν και τα υποτάζουν στο κεντρικό τους αυτό πάθος.Αλίμονο στον άνθρωπο που μέσα του δε νιώθει να τον κυβερνάει ένας απόλυτος μονάρχης΄η ζωή του κατασκορπίζεται ακυβέρνητη κι ασυνάρτητη σε όλους τους ανέμους."

(Αναφερόμενος στον Οδυσσέα)
"Και μια φορά,στην αρχήν αρχή που δεν σε ήξερα,έστησα στο δρόμο σου,να σ'εμποδίσω να φύγεις,την πιο μαστορικιά θαρρούσα παγίδα,την Ιθάκη.Μα εσύ ξέσπασες στα γέλια,πήρες βαθιάν ανάσα,κι η Ιθάκη γίνηκε χίλια κομμάτια.Και τότε κατάλαβα,ας είσαι καλά,πατριδοκαταλύτη:Ιθάκη δεν υπάρχει΄υπάρχει μονάχα η θάλασσα,κι ένα καραβάκι μικρό σαν το κορμί του ανθρώπου κι ο καπετάνιος ο Νους.Στέκεται αυτός στην κοκαλένια καμπίνα του,άντρας μαζί και γυναίκα,και σπέρνει και γεννάει΄γεννάει τις θλίψες και τις χαρές,τις ομορφιές,τις αρετές και τις περιπέτειες,όλη τη φαντασμαγορία του κόσμου,την αιματερή κι αγαπημένη΄στέκεται ακίνητος,με τα μάτια στηλωμένα κατά τον καταρράχτη του θανάτου που συντραβάει το καραβάκι του και ξαμολνάει αχόρταγα τους λιμασμένους του πέντε απλοκαμούς στη στεριά και στη θάλασσα."Ό,τι προλάβουμε" φωνάζει "κι ένα ποτήρι δροσερό νερό,κι ένα αγεράκι στα μελίγγια μας,και μια ζεστή ανάσα γυναικός,και μια ιδέα,ό,τι λάχει,κάντε γρήγορα,μωρέ παιδιά,όλα κέρδος!"
απόσπασμα από την Αναφορά στον Γκρέκο του Νίκου Καζαντζάκη

Απόσπασμα απο το βιβλιο "η αυτοβιογραφια του φωτος" του Γιωργου Γραμματικακη

....Ειναι φανερο οτι η Μεγαλη Εκρηξη, η στιγμη δηλαδη της δημιουργιας του Συμπαντος, δεν ειναι ευκολο να περιγραφει. Ουτε με βαση την εμπειρια μας, ουτε ομως και με ορους επιστημονικους. Μονον η ποιηση ερχεται καποτε αρωγος, και με τα λογια του Μπορχες διδει την δικη της εκδοχη της κοσμογονιας:

Ουτε σκοταδι ουτε χαος. Στο σκοταδι
πρεπει να υπαρχουν ματια για να βλεπουν πως υπαρχει,
οπως και για την σιωπη και για τον ηχο αφτια
οπως χρειαζεται ο καθρεφτης τη μορφη που περιεχει.
Ουτε χωρος ουτε χρονος.
Το μεγαλο ποταμι του Σκοτεινου Ηρακλειτου
δεν εχει αρχισει την αμετακλητη ροη του
που απο το παρελθον ξεχυνεται στο μελλον,
που απο τη λησμονια κυλαει στη λησμονια.
Κατι που υποφερει. Κατι που ικετευει.
Και υστερα η ιστορια του κοσμου. Τωρα.

Ένας κόσμος ανάποδα

Παρότι δεν μπορούμε να μαντέψουμε πως θα είναι τα επόμενα χρόνια, έχουμε τουλάχιστον το δικαίωμα να ονειρευτούμε πώς θα θέλαμε να είναι. Το 1948 και το 1976 ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών διατύπωσε οικουμενικές διακυρήξεις με εκτενείς καταλόγους ανθρώπινων δικαιωμάτων' αλλά η μεγάλη πλειοψηφία της ανθρωπότητας δεν έχει κανένα άλλο δικαίωμα εκτός από το δικαίωμα να βλέπει, να ακούει και να σιωπά. τι θα γίνει αν αρχίσουμε να ασκούμε το δικαίωμα στο όνειρο που δεν διακυρήχθηκε ποτέ; τι θα γίνει αν για μια στιγμούλα αφεθούμε στο παραλήρημα; Ας διαπεράσει το βλέμμα μας το όνειδος και ας ονειρευτούμε έναν άλλο κόσμο όπου:
ο αέρας θα είναι καθαρός, απαλλαγμένος από το μικρόβιο του ανθρώπινου φόβου και από τα ανθρώπινα πάθη
στους δρόμους τα σκυλιά θα συνθλίβουν αυτοκίνητα
τους ανθρώπους δεν θα τους ελέγχει το αυτοκίνητο, δε θα τους προγραμματίζει ο υπολογιστής, δε θα τους εξαγοράζει το σούπερ μάρκετ, δε θα τους παρακολουθεί η τηλεόραση
η τηλεόραση θα πάψει να είναι το πιο σημαντικό μέλος της οικογένειας και θατης συμπεριφερόμαστε όπως στο σίδερο ή το πλυντήριο ρούχων
οι άνθρωποι θα δουλεόυν για να ζήσουν, αντί να ζουν για να δουλεύουν
στους ποινικούς κώδικες θα ενταχθεί και το αδίκημα της βλακείας, το αδίκημα που διαπράττουν όσοι ζουν για να έχουν ή για να κερδίζουν, αντί να ζουν απλώς και μόνο για να ζουν, σαν τα πουλιά που κελαηδούν χωρίς να ξέρουν ότι κελαηδούν και σαν τα παιδιά που παίζουν χωρίς να ξέρουν ότι παίζουν
σε καμμιά χώρα δεν θα φυλακίζονται οι νέοι που αρνούνται να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία αλλά εκείνοι που θα θέλουν να την υπηρετήσουν
οι οικονομολόγοι δε θα ονομάζουν επίπεδο ζωής το επίπεδο κατανάλωσης, ούτε ποιότητα ζωής την ποσότητα των υλικών αγαθών
οι μάγειροι δεν θα πιστεύουν ότι είναι ευχάριστο για τους αστακούς να τους βράζουν ζωντανούς
οι ιστορικοί δεν θα πιστεύουν ότι η εισβολή σε μια χώρα είναι κάτι που την ευχαριστεί
οι πολιτικοί δεν θα πιστεύουν ότι είναι ευχάριστο για τους φτωχούς να τρώνε υποσχέσεις
η σοβαρότητα θα πάψει να θεωρείται αρετή και κανείς δε θα παίρνει στα σοβαρά έναν άνθρωπο που δε θα είναι ικανός να γελάει με τον εαυτό του
ο θάνατος και το χρήμα θα χάσουν τις μαγικές τους δυνάμεις και ούτε ο θάνατος ούτε η περιουσία θα μπορούν να μετατρέψουν έναν παλιάνθρωπο σε ευυπόληπτο πολίτη
κανείς δε θα θεωρείται ήρωας ή χαζός επειδή κάνει αυτό που πιστεύει ότι είναι σωστό αντί να κάνει αυτό που τον συμφέρει περισσότερο
ο κόσμος δεν θα πολεμάει πια τους φτωχούς αλλά τη φτώχεια και η στρατιωτική βιομηχανία δε θα έχει άλλη λύση παρά να κλείσει
το φαγητό δε θα είναι εμπόρευμα ούτε η επικοινωνία εμπόριο, επειδή το φαγητό και η επικοινωνία ε΄ναι δικαιώματα του ανθρώπου
κανείς δε θα πεθαίνει από πείνα επαιδή κανείς δε θα πεθαίνει από το πολύ φαϊ
κανείς δε θα φέρεται στα παιδιά του δρόμου σαν να είναι σκουπίδια, επειδή δε θα υπάρχουν παιδιά του δρόμου
κανείς δε θα φέρεται στα πλούσια παιδιά σαν να είναι λεφτά, επειδή δε θα υπάρχουν πλούσια παιδιά
η εκπαίδευση δε θα είναι προνόμια μόνο όσων μπορούν να την πληρώσουν
η αστυνομία δεν θα είναι εφιάλτης για όσυς δεν μπορούν να την εξαγοράσουν
η δικαιοσύνη και η ελευθερία, αδέρφια σιαμαία που καταδικάστηκαν να ζουν χωριστά, θα ενωθούν και πάλι, πλάτη με πλάτη
μια μαύρη γυναίκα θα είναι πρόεδρος της Βραζιλίας και μια άλλη γυναίκα, επίσης μαύρη, θα είναι πρόεδρος την Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής’ μια ινδιάνα γυναίκα θα κυβερνάει τη Γουατεμάλα και μια άλλη το Περού
στην Αργεντινή οι τρελές της Πλάζα ντε Μάγιο θα είναι παράδειγμα πνευματικής υγείας, επειδή εκείνες αρνήθηκαν να ξεχάσουν στα χρόνια της υποχρεωτικής λήθης
η Αγία Μητέρα Εκκλησία θα διορθώσει τα τυπογραφικά λάθη στους πίνακες του Μωυσή και η έκτη εντολή θα προστάζει να τιμάμε το σώμα
η Εκκλησία επίσης θα υπαγορεύσει μια ακόμη εντολή, που την ξέχασε ο Θεός: «Αγάπα τη φύση, μέρος της οποίας είσαι κι εσύ»
θα ξαναβλαστήσουν τα δάση στον ερημωμένο κόσμο μας και στις ερημωμένες ψυχές
οι απελπισμένοι θα ξαναβρούν την ελπίδα τους και οι χαμμένοι τη ζωή τους, αφού απελπίστηκαν επειδή ήλπισαν πολύ και χάθηκαν επειδή έψαξαν πολύ
όσοι έχουμε θέληση για δικαιοσύνη και ομορφιά θα είμαστε όλοι αδέρφια, όποτε κι αν έχουμε γεννηθεί, όπου κι αν έχουμε ζήσει, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξουμε καθόλου τα σύνορα του κόσμου και του χρόνου
η τελειότητα θα εξακολουθήσει να είναι το βαρετό προνόμιο των θεών’ όμως, σ’ αυτό τον όμορφο αλλά και γ**ημένο κόσμο, θα ζούμε την κάθε νύχτα σαν να ‘ναι η τελευταία καιτ ην κάθε μέρα σαν να ‘ναι η πρώτη μας.

Εντουάρντο Γκαλεάνο

''Η ερώτηση της Μαργαρίτας''

''Πιστεύεις στο θεό;''

Ποιος τολμάει να ειπεί πιστεύω στο θεό;
Ποιος τολμάει να ειπεί δεν πιστεύω στο θεό;
Έτσι αποκρίθηκε ο Φάουστ στη ερώτηση της Μαργαρίτας.
Η θέση αυτή ανθρώπινα συνιστά τη μόνη δυνατή απόκριση που μπορεί να δοθεί στο ερώτημα. Είναι η απόκριση, σύμφωνα με τη Λογική επιστήμη, που καταργώντας την αρχή της αντίφασης δέχεται το τρίτο, καθώς αλληλλοαναιρεί το πρώτο και το δεύτερο. Όπως έδειξε και στη Φυσική εντελώς πρόσφατα η αρχή της Απροσδιοριστίας. Στο tertium non datur ο Φάουστ θα απαντήσει:tertium datur, τρίτον χωρεί. Κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη πρέπει να παράπεσε η αληθινή σου μέρα, που είπε ο Ελύτης προτού γεράσει. Και τα χάσει.
Εάν είμαι άνθρωπος, κατά την έννοια ότι έχω συνείδηση των ορίων μου και επίγνωση του πόσο βαθύ είναι το πρόβλημα του όντος, δεν είναι δυνατό να δώσω άλλη απόκριση στην ερώτηση της Μαργαρίτας.
Όταν στην ερώτηση αποκριθώ, ναι! Πιστεύω στο θεό, γίνομαι αυτοστιγμεί μωρός. Γιατί δέχομαι στενόκαρδα και στενόμυαλα, κάτι που δεν το ξέρω, σαν αληθινό. Καταντώ δογματικός. Και η επιστήμη θα με πετάξει αυτόματα έξω από τα όρια της με την παρατήρηση:διότι λες ανοησίες.
Όταν στην ερώτηση αποκριθώ, όχι! Δεν πιστεύω στο θεό, γίνομαι αυτοστιγμεί μωρός. Γιατί δέχομαι στενόκαρδα και στενόμυαλα, κάτι που δεν το ξέρω, σαν αληθινό. Καταντώ δογματικός. Και η επιστήμη θα με πετάξει αυτόματα έξω από τα όριά της με την παρατήρηση:διότι λες ανοησίες.


Ο θεός είναι ζητούμενο

Όποιος πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ένα νεκρό θεό. Όποιος δεν πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ένα νεκρό άνθρωπο.
Όποιος πιστεύει αλλά και δεν πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ζωντανό το νόμο της φύσης. Απλά, καταληπτά, και στα μέτρα του ανθρώπου ζει το θαύμα του κόσμου.
Το κρίνω απλό και αυτονόητο, πως εκείνος ο θεός, στην αναζήτηση του οποίου μας προάγει η Ερώτηση της Μαργαρίτας, δεν έχει καμία σχέση με τους θεούς φαντάσματα, που κατά καιρούς έπλασαν οι ποικίλες ιστορικές θρησκείες. Οι πολυώνυμοι, δηλαδή, όπως ο Δίας στους έλληνες και ο διάβολος στους ινδούς, εκείνοι Μωυσής, και Μωάμεθ, και Βούδας και Κομφούκιος, και Μαρδούκ και Κυβέλη και Μίθρας, και Βάαλ και Αστάρτη και Λούθηρος. Οι βραχμάνες, οι ραβίνοι, οι μουφτήδες, οι μουλάδες, ο πατριάρχης κι ο πάπας. Ο Πετράκης κι ο Παυλάρας, μ΄ένα λόγο. Εκείνοι οι γυρολόγοι με τη λατέρνα.
Το άρωμα του ζητούμενου θεού, που αναδίνεται από το λουλούδι της Μαργαρίτας, απευθύνεται στο δίκαιο άνθρωπο. Στο φρόνιμο, δηλαδή, το λογικό και τον πάσχοντα. ''

Δημήτρης Λιαντίνης - ''Γκέμμα''

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

ΕΝΤΕΚΑ ΛΕΠΤΑ-PAULO COELHO (απόσπασμα)

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα πουλί. Στολισμένο με δυο τέλειες φτερούγες και λαμπερό, χρωματιστό και υπέροχο φτέρωμα. Ήταν δηλαδή ένα ζώο φτιαγμένο για να πετάει ελεύθερο και να αιωρείται στον ουρανό, δίνοντας χαρά σε όποιον το παρατηρούσε.
Μια μέρα, μια γυναίκα είδε το πουλί και το ερωτεύτηκε. Έμεινε να κοιτάζει το πέταγμα του με το στόμα ανοιχτό από τη σαστιμάρα, με την καρδιά της να γοργοχτυπάει και τα μάτια της να λάμπουν από συγκίνηση. Την κάλεσε να πετάξει μαζί του και ταξίδεψαν μαζί στον ουρανό μέσα σε απόλυτη αρμονία. Η γυναίκα θαύμαζε, υμνούσε και λάτρευε το πουλί.
Αλλά τότε σκέφτηκε: Μπορεί να θέλει να γνωρίσει μακρινά βουνά! Και η γυναίκα αισθάνθηκε φόβο. Φόβο μην το ξανανιώσει πια αυτό με άλλο πουλί. Και αισθάνθηκε φθόνο, φθόνο για την ικανότητα του πουλιού να πετάει.
Και αισθάνθηκε μοναξιά.
Και σκέφτηκε: Θα στήσω παγίδα. Την επόμενη φορά που θα εμφανιστεί το πουλί, δε θα ξαναφύγει.
Το πουλί που ήταν και αυτό ερωτευμένο, επέστρεψε την επόμενη μέρα, έπεσε στην παγίδα και κλείστηκε στο κλουβί.
Κάθε μέρα η γυναίκα κοιτούσε το πουλί. Ήταν το αντικείμενο του πάθους της και το έδειχνε στις φίλες της, που σχολίαζαν: «Μα εσύ τα έχεις όλα». Όμως άρχισε να γίνεται μια παράξενη μεταμόρφωση: αφού είχε το δικό της πουλί και δε χρειαζόταν πια να το κατακτήσει, έχανε το ενδιαφέρον της. Το πουλί, χωρίς να μπορεί να πετάξει και να εκφράζει το νόημα της ζωής του, πήρε να μαραζώνει, να χάνει την λάμψη του, να ασχημαίνει-και η γυναίκα δε του έδινε πλέον την προσοχή της, μόνο το τάιζε και φρόντιζε το κλουβί του.
Μια ωραία μέρα, το πουλί πέθανε. Η γυναίκα λυπήθηκε πολύ και το σκεφτόταν συνέχεια. Αλλά δε θυμόταν το κλουβί, θυμόταν μόνο τη μέρα που το είδε πρώτη φορά, να πετάει ευχαριστημένο μέσα στα σύννεφα.
Αν παρατηρούσε τον εαυτό της, θα ανακάλυπτε ότι αυτό που τη συγκινούσε τόσο πολύ στο πουλί ήταν η ελευθερία του, η ενέργεια που εξέπεμπαν οι φτερούγες του, όχι το ίδιο του το σώμα.
Χωρίς το πουλί και η δικής της ζωή έχασε το νόημα της και ο θάνατος ήρθε να χτυπήσει την πόρτα της. «Γιατί ήρθες?» ρώτησε το θάνατο.
«ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙΣ ΝΑ ΞΑΝΑΠΕΤΑΞΕΙΣ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΣΤΑ ΟΥΡΑΝΙΑ», αποκρίθηκε ο θάνατος.
«ΑΝ ΤΟ ΕΙΧΕΣ ΑΦΗΣΕΙ ΝΑ ΦΥΓΕΙ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ, ΘΑ ΤΟ ΑΓΑΠΟΥΣΕΣ ΚΑΙ ΘΑ ΤΟ ΘΑΥΜΑΖΕΣ ΑΚΟΜΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ. ΤΩΡΑ ΟΜΩΣ ΧΡΕΙΑΖΕΣΑΙ ΕΜΕΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΞΑΝΑΔΕΙΣ.»

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι (απόσπασμα)

"Το δράμα μιας ζωής μπορεί πάντοτε να εξηγηθεί με τη μεταφορά της βαρύτητας. Λέμε ότι ένα βάρος έχει πέσει στους ώμους μας. Φέρουμε αυτό το βάρος, το υποφέρουμε ή δεν το υποφέρουμε. Πολεμάμε μαζί του, κερδίζουμε ή χάνουμε. Τι ακριβώς, όμως, είχε συμβεί στη Σαμπίνα; Τίποτα. Είχε εγκαταλείψει έναν άντρα επειδή ήθελε να τον εγκαταλείψει. Μετά απ'αυτό την είχε ακολουθήσει; Είχε προσπαθήσει να εκδικηθεί; Όχι. Το δράμα του δεν ήταν το δράμα της βαρύτητας αλλά της ελαφρότητας. Αυτό που είχε απάνω της δεν ήταν ένα φορτίο, αλλά η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι.
Μέχρις εδώ, οι στιγμές της προδοσίας τη γέμιζαν έξαψη και χαρά στην ιδέα του καινούριου δρόμου που ανοιγόταν, και στην πάντοτε καινούρια περιπέτεια της προδοσίας που την περίμενε στο τέλος του ταξιδιού. Τι θα γινόταν, όμως αν το ταξίδι τελείωνε; Μπορεί κανείς να προδώσει τους γονείς, ένα σύζυγο, έναν έρωτα, μια πατρίδα, τι θα μείνει όμως για να προδώσει όταν πια δε θα υπάρχουν ούτε γονείς, ούτε σύζυγος, ούτε έρωτας, ούτε πατρίδα;
Η Σαμπίνα αισθανόταν γύρω της το κενό. Κι αν ακριβώς αυτό το κενό ήταν ο σκοπός κάθε προδοσίας της;
Μέχρις εδώ, δεν το είχε συνειδητοποιήσει, κι αυτό είναι κατανοητό: ο σκοπός που ακολουθεί κανείς είναι πάντοτε καλυμμένος. Μια νέα κοπέλα που επιθυμεί ένα σύζυγο, επιθυμεί κάτι που της είναι τελείως άγνωστο. Ο νέος άντρας που τρέχει πίσω απ'τη δόξα, δεν έχει ιδέα τι είναι η δόξα. Αυτό που δίνει κάποιο νόημα στη συμπεριφορά μας, μας είναι πάντοτε απόλυτα άγνωστο."
Μίλαν Κούντερα

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι (απόσπασμα)

"Το δράμα μιας ζωής μπορεί πάντοτε να εξηγηθεί με τη μεταφορά της βαρύτητας. Λέμε ότι ένα βάρος έχει πέσει στους ώμους μας. Φέρουμε αυτό το βάρος, το υποφέρουμε ή δεν το υποφέρουμε. Πολεμάμε μαζί του, κερδίζουμε ή χάνουμε. Τι ακριβώς, όμως, είχε συμβεί στη Σαμπίνα; Τίποτα. Είχε εγκαταλείψει έναν άντρα επειδή ήθελε να τον εγκαταλείψει. Μετά απ'αυτό την είχε ακολουθήσει; Είχε προσπαθήσει να εκδικηθεί; Όχι. Το δράμα του δεν ήταν το δράμα της βαρύτητας αλλά της ελαφρότητας. Αυτό που είχε απάνω της δεν ήταν ένα φορτίο, αλλά η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι.
Μέχρις εδώ, οι στιγμές της προδοσίας τη γέμιζαν έξαψη και χαρά στην ιδέα του καινούριου δρόμου που ανοιγόταν, και στην πάντοτε καινούρια περιπέτεια της προδοσίας που την περίμενε στο τέλος του ταξιδιού. Τι θα γινόταν, όμως αν το ταξίδι τελείωνε; Μπορεί κανείς να προδώσει τους γονείς, ένα σύζυγο, έναν έρωτα, μια πατρίδα, τι θα μείνει όμως για να προδώσει όταν πια δε θα υπάρχουν ούτε γονείς, ούτε σύζυγος, ούτε έρωτας, ούτε πατρίδα;
Η Σαμπίνα αισθανόταν γύρω της το κενό. Κι αν ακριβώς αυτό το κενό ήταν ο σκοπός κάθε προδοσίας της;
Μέχρις εδώ, δεν το είχε συνειδητοποιήσει, κι αυτό είναι κατανοητό: ο σκοπός που ακολουθεί κανείς είναι πάντοτε καλυμμένος. Μια νέα κοπέλα που επιθυμεί ένα σύζυγο, επιθυμεί κάτι που της είναι τελείως άγνωστο. Ο νέος άντρας που τρέχει πίσω απ'τη δόξα, δεν έχει ιδέα τι είναι η δόξα. Αυτό που δίνει κάποιο νόημα στη συμπεριφορά μας, μας είναι πάντοτε απόλυτα άγνωστο."
Μίλαν Κούντερα

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

H σονάτα του σεληνόφωτος


(Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μία ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.)

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι αϋλη,
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' η φθορά του.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ' αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου - η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ' η καρδιά μου).
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου
απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία –
λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική,
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
- μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα
δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος
λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει
ή να κρατήσει ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου
είχα μανία με τα μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς
με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε
οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίσω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες
- 8, 16, 32, 64 -
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 -
κ’ οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.
Λοιπόν, σου ‘λεγα για την πολυθρόνα –
ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα –
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; -
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα
τα’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα,
όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα
δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ’ Αι Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα
απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι
που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων –
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ’ τα’ αδηφάγα μάτια των αντρών
κι απ’ τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα)
μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια,
στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα ‘βλεπα)
- ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις,
σου φθάνει ο θαυμασμός σου, -
θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν
σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,
άλλος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. –
Όχι, δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη
ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη,
κάτι θα τρίξει, - ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, -
ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, -
κι αν κάνεις αν κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή
παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο.
Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, - πώς να το φέρω; - Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε,
αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με την γριά βαριά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω
μ' όλο πού πίσω απ' τούς τοίχους
μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας –
κ' η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για που και γιατί –
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κ' ενός αργού θανάτου-
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ' τη σκλαβιά της.

Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κ' η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλια της στις πενταροδεκάρες
που τις ρίχνουνε τα ωραία και ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σα στρόγγυλα, μεγάλα μάτια πίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου
– δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια –
ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,
στο βάθος του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;

Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου,
τι δυνατό φεγγάρι, - η πολυθρόνα, λέω
– κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι
μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα,
είναι μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει – μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε,
ακούστε που σας μιλάω – θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος
ωραίος, ανάλαφρος – θα πέσεις, -
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε;

Βαθύ βαθύ το πέσιμο,
βαθύ βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,
βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, -
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος.
Έτσι κάθε απόβραδο
έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο
πού κάνουν οι σωλήνες του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ' ετοιμάζω δυο - ποιος να τον πιει τον άλλον; -
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας
απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες - τι να τις κάνεις; -
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει
να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι –
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της
με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,-
ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα ‘κρυβε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μία πολύ γνώστη μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κ' ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αϊ-Νικόλα, πριν κατεβεί τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να ‘ναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο, ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει «η παρακμή μίας εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; το ραδιόφωνο συνεχίζει.)
Γιάννης Ρίτσος

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Ασερά η θηλυκή θεότητα



Με το όνομα Ασερά εννοείται η θηλυκή θεότητα των αρχαίων Ισραηλιτών, αυτή που ο Φίλων ταυτίζει με τη Γη. Οι Ισραηλίτισσες και οι Καναανίτισσες (κατ' άλλους Χαναναίες) έφτιαχναν καρβέλια με τη μορφή της, που ευλογούντο και τρώγονταν τελετουργικά, ένας πρόδρομος δηλαδή του άρτου της κοινωνίας. Τα είδωλά της βρίσκονταν κάτω από κάθε πράσινο δέντρο, χαράζονταν σε ζωντανά δέντρα ή σκαλίζονταν ως πάσσαλοι σε βωμούς κατά μήκος των δρόμων. Οι ακατέργαστες, γκροτέσκες πήλινες απεικονίσεις της ως δέντρο της ζωής εξελίχθηκαν αργότερα στην εξευγενισμένη μορφή της σύριας Αρτέμιδας. Οι αρχαίες ιεροτελεστίες της γονιμότητας (υποτιμημένες σήμερα ως πορνικές λατρείες) που συνδέονταν με τη λατρεία της Ασερά, εξασφάλιζαν τη συνέχεια των μητρογραμικών προτύπων διαδοχής. Το εβραϊκό εικονοκλαστικό ιερατείο τελικά ξερρίζωσε την Ασερά, αντικαθιστώντας τον μητροκεντρικό πολιτισμό με την πατριαρχία. Η Ιουδαιοχριστιανική κληρονομιά του νόμου των Λευιτών θεωρείται σήμερα πηγή της παρούσας ανισότητας των δύο φύλων.

Η Ασερά ήταν η αγαπημένη θεά των αρχαίων Ισραηλιτών, παρά το κάλεσμα των ιερέων τους να παραμείνουν πιστοί στον Γιαχβέ. Οι βιβλικοί προφήτες την καταδικάζουν επανειλημμένα με το όνομα Αστορέθ, καθώς η κατάληξη –ορέθ συνδέεται με εβραϊκά σύμβολα που προστέθηκαν για να συσχετίσουν το όνομα με τη λέξη μποσέθ, που σημαίνει ντροπή. Η χρήση αυτού του ονόματος, πιθανός συνδυασμός του Ασερά και του Αστάρτη, φαίνεται πως προκάλεσε αρκετή σύγχυση στους σύγχρονους λόγιους. Ήταν, επίσης, η οικιακή θεά των Εβραίων και των Καναανιτών (δηλ. των Παλαιστινίων). Αυτός ο τύπος της Ασερά φθάνει στο χρονικό βάθος των 4.000 χρόνων. Είναι η θεά που λατρεύτηκε από τον βασιλιά Σολομώντα, και ήταν γνωστή ως «Κανιγιάτου Ελιμά», δηλαδή «εκείνη που δίνει ζωή στους θεούς».

Η Ασερά (από το εβραϊκό אשרה) θεωρείται γενικά ταυτόσημη με την ουγγαριτική θεότητα Αθιράτ, μια μείζονα σημιτική μητέρα θεά που εμφανίζεται περιστασιακά στις Ακκαδικές πηγές ως Ασράτουμ/Ασράτου και στις ανάλογες χιττιτικές ως Ασερτού ή Ασερντού. Στα ουγγαριτικά κείμενα (πριν το 1200 Π.Κ.Ε.) η Ατιράτ ονομάζεται τρεις φορές ατρτ υμ και ατιράτ γιαμμί, η «Ατιράτ της Θάλασσας» ή πληρέστερα 'Εκείνη που περπατά στη θάλασσα'. Διάφοροι σχολιαστές θεωρούν πως προέρχεται από την Ουγγαριτική ρίζα -ατρ 'δρασκελίζω', συνώνυμη με την εβραϊκή ρίζα 'σρ με το ίδιο νόημα.

Στα συγκεκριμένα κείμενα η Ατιράτ είναι η σύζυγος του θεού Ελ και υπάρχει μια αναφορά στους εβδομήντα γιους της Ατιράτ, πιθανώς οι ίδιοι με τους εβδομήντα γιους του Ελ. Ωστόσο, η Ατιράτ διακρίνεται ξεκάθαρα από την Αστάρτ (τη γνωστή μας Αστάρτη), με την οποία συνήθως συγχέεται. Ένα άλλο όνομά της είναι Ελάτ (θηλυκό του Ελ) και Κοντές (Αγιότης). Ανάμεσα στους Χιττίτες τούτη η θεότητα εμφανίζεται ως Ασερντού ή Ασερτού, η σύζυγος του Ελκουνίρσα και μητέρα 77 ή 88 γιων. Στην Αίγυπτο, από τη 18η δυναστεία αρχίζει να εμφανίζεται μια θεά σημιτική που ονομάζεται Κονσού ('Αγιότης'), εξισωμένη με την τοπική αιγυπτιακή θεά Άθωρ. Ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν ότι πρόκειται για την Ατιράτ/Ασρατού, με το ουγγαριτικό της όνομα Κοντές. Η Κονσού δεν φαίνεται να είναι ούτε η Αστάρτ ούτε η Ανάτ, καθώς και οι δύο αυτές θεότητες εμφανίζονται εικονογραφικά διαφορετικές και εμφανίζονται επίσης σε μία τουλάχιστον απεικόνιση μαζί με την Κονσού.

Στην Περσική, την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο, εξαιτίας της γενικής τάσης συγκρητισμού, αλλά και της ειδικής σε ό,τι αφορούσε στις θεές, η Ατιράτ/Αστρούμ εξαφανίστηκε, τουλάχιστον ως προεξέχουσα θεότητα με αναγνωρίσιμο όνομα. Οι βιβλικές αναφορές υποδεικνύουν ότι μια θεά Ασερά λατρευότασν στο Ισραήλ και την Ιουδαία ως Θεά του Ουρανού, προς την οποία έντονα αντιτίθεται ο Ιερεμίας. Αλλά η λέξη Ασερά επίσης αναφέρεται σε κάποια ράβδο (πόλο). Για τους Φοίνικες γείτονες των Εβραίων, οι υψηλές λίθινες στήλες δήλωναν την ιερή παρουσία μιας θεότητας και η Ασερά ίσως είναι η πανάρχαια ανάμνησή τους. Ή η λέξη Ασερά σημαίνει πιθανώς ζων δένδρο ή άλσος και συνεπώς σε ένα διαφορετικό εννοιολογικό πλαίσιο σημαίνει ιερό. Αυτές οι χρήσεις έχουν προκαλέσει σχετική σύγχυση στους βιβλικούς μεταφραστές.

Πολλές παλαιότερες μεταφράσεις αποδίδουν την Ασερά ως «άλσος». Υπάρχει ακόμα διαφωνία μεταξύ των μελετητών ως προς το βαθμό στον οποίο η Ασερά (ή διάφορες θεές που ταξινομούνται ως Ασερά) λατρευόταν στο Ισραήλ και την Ιουδαία και ως προς το εάν μια τέτοια θεά ή κατηγορία θεαινών είναι απαραιτήτως ταυτόσημη με τη θεά Ατιράτ /Ασρατού. Το γεγονός ότι η επιγραφή που ανακαλύφθηκε αναφέρεται στον Γιαχβέ...και την Ασερά «του» εγείρει αμφιβολίες για το εάν η Ασερά ήταν απλώς λατρευτικό αντικείμενο παρά θεά, γιατί στα εβραϊκά, τα προσωπικά ονόματα δεν παίρνουν επιθέματα όπως το «του». Επομένως, σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό η αναφορά στην «Ασερά του» θα μπορούσε να υποδεικνύει ότι εξετάζουμε κάποιο αντικείμενο, μάλλον, παρά ένα πρόσωπο. Όμως, ο Γουΐλιαμ Ντέβερ (William Dever) υποστηρίζει ότι είναι πιθανώς ανόητο να επικαλείται κανείς ένα αντικείμενο, εκτός και αν αυτό το αντικείμενο λειτουργεί ως σύμβολο που αντιπροσωπεύει μια πραγματική θεία δύναμη. Υποστηρίζει ότι εάν πούμε πως η Ασερά είναι απλώς «αντικείμενο», τότε δεν έχει δύναμη, καμία αποτελεσματικότητα, καμία δυνατότητα να προστατεύσει ή να ευλογήσει. Έχει σημασία μόνο αν υποθέσει κανείς ότι είναι σύμβολο μιας ιεροφάνειας. Ο Κ. φαν ντερ Τουρν (K. van der Toorn) με τη σειρά του επίσης θεωρεί ότι τέτοιες απόψεις για την καταλληλότητα του επιθέματος δεν στέκουν. «Το επιχείρημα ότι τα ονόματα δεν μπορούν να έχουν επίθεμα είναι άκυρο: οι θεότητες είναι δυνατόν να εξατομικευθούν συνδεόμενες με κάποιον τόπο, μια ομάδα ανθρώπων ή μια σχετική θεότητα'.

Οι περισσότερες από τις 40 αναφορές στην Ασερά στη Βίβλο προέρχονται από πηγές που εκδόθηκαν από τον Δευτερονομιστή. Στη μελέτη της Τίλντε Μπίνγκερ (Tilde Binger) διαπιστώνεται ότι υπάρχει εχθρότητα για τη θέα Ασερά ως «μια ξύλινη ανεικονική στήλη κάποιου είδους, ζων δένδρο ή σύνηθες άγαλμα». Όταν ο νεαρός μεταρρυθμιστής Ιεζεκίας ο υιός του Άχαζ ανέβηκε στο θρόνο της Ιουδαίας (περίπου κατά τον 7ο αιώνα Π.Κ.Ε.): "Εσήκωσε τους υψηλούς τόπους και εσύντριψε τα αγάλματα και κατέκοψε τα δάση». Με άλλα λόγια στην Παλαιά Διαθήκη καταγράφεται εκτός των άλλων και μια αναίτια συστηματική αποψίλωση του φυσικού τοπίου, εκτός και αν θεωρήσουμε ότι η λέξη άλσος είναι παρερμηνεία της λέξης Ασερά.

Δύο επιγραφές «Ο Γιαχβέ της Σαμάρειας/ο φύλακας και η Ασερά του» σε όστρακα πίθου βρέθηκαν στον αρχαιολογικό τόπο ενός καραβανσεράι του 8ου αιώνα Π.Κ.Ε. στο Κουντιλλέτ Αζρούντ (Εβρ. Χορβάτ Τεμάν) στο Νεγκέβ. Από έναν αρχαιολογικό τόπο δυτικά της Χεβρώνας, που ταυτίζεται με τη βιβλική Μακεντά σε μια επιγραφή –προΐόν λαθρανασκαφής- διαβάζουμε: «Ευλογημένος να είναι ο Ουριγιάχου από τον Γιαχβέ και την Ασερά του, από τους εχθρούς του Εκείνος τον έσωσε!». Αν και απαγορευμένη από τους Εβραίους, η λατρεία των θεαινών συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής κατοχής στο Ισραήλ στην κρυμμένη μορφή της ιερής πορνείας, έως ότου ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μέγας έκλεισε τους οίκους μετά τη μεταστροφή του στον Χριστιανισμό.

Στο νεοεκδοθέν βιβλίο του, Είχε ο θεός σύζυγο; (Did God Have a Wife?), ο αρχαιολόγος William G. Dever ενημερώνει ουσιαστικά το αρχείο της μητριαρχικής λατρείας. Θεωρεί ότι το 90% των ανθρώπων της αρχαίας Παλαιστίνης –της δεύτερης χιλιετίας και των πρώτων αιώνων της πρώτης χιλιετίας Π.Κ.Ε.- ζούσαν σε διεσπαρμένες και απομονωμένες αγροτικές κοινότητες ακόμα και μετά από την ανάδυση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας μιας ενωμένης μοναρχίας. Αυτές οι κοινότητες ασκούσαν μια θρησκεία αρκετά διαφορετική από τη μονοθεϊστική, πατριαρχική, και κανονιστική θρησκεία που βρίσκουμε στην Παλαιά Διαθήκη και τις εβραϊκές γραφές. Χαρακτηριζόταν μάλλον από αυτό που έκαναν οι άνθρωποι, παρά από αυτό που σκέπτονταν. Ήταν πολυθεϊστική, αδέσμευτη από γραπτούς κανόνες και κυρίως ήταν μητριαρχική.

Η κύρια θεά τους ήταν η Ασερά, σύζυγος του ανώτερου των αρχαίων θεοτήτων της περιοχής. Στο πάνθεον αυτών των θεοτήτων συμμετείχαν οι Σαπς (ήλιος), Γιαρίχ (σελήνη), Αστάρτη (ανδρόγυνος) και Ανάτ (πολεμιστής), μερικές των οποίων προσδιορίζονταν ενίοτε ως Ασερά. Η λατρεία της Ασερά επιβεβαιώνεται από το αρχαιολογικό αρχείο, που μας επιτρέπει να επανερμηνεύσουμε ακατανόητα προηγουμένως εδάφια των αρχαίων κειμένων. Αυτά τα κείμενα περιλαμβάνουν φυσικά και την ίδια τη Βίβλο, η οποία παρέχει άφθονα στοιχεία προσπαθειών καταστολής ή εξάλειψης πληροφοριών για τη διαδεδομένη λατρεία της Ασερά και άλλων πολυθεϊστικών πρακτικών.

Η Ασερά ήταν κεντρική θεότητα, στην οποία όφειλαν λατρεία τόσο οι γυναίκες όσο και οι άνδρες. Οι εβραϊκές καββαλιστικές γραφές επιβεβαιώνουν την ύπαρξη μιας πρώιμης θεάς, της Σεκινά, και πιστοποιούν την ιερή πράξη της σεξουαλικής ένωσης της Σεκινά και του Γιαχβέ αρκετά περιγραφικά. Φυσικά, η ύπαρξη μιας μητριαρχίας, προηγούμενης χρονικά των πατριαρχικών θεοτήτων σε πολλούς αρχαίους πολιτισμούς γίνεται συνήθως αποδεκτή, ενώ ορισμένοι υποστηρίζουν τη μια Μεγάλη Μητέρα ως αρχική θεότητα όλων των υπόλοιπων. Το νέο, ωστόσο, είναι η ανακάλυψη ότι η μητριαρχία ήταν τόσο σταθερά εδραιωμένη στη γη των τριων μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών του κόσμου. Ο αναφέρει στοιχεία της λαϊκής θρησκείας της θεάς σε λατρευτικά ιερά σε όλη την Παλαιστίνη, και τη λατρεία της θεάς σε ειδώλια τερακότας, σε τυποποιημένα εμβλήματα της θηλυκής λατρείας και στις πολλές καλυμμένες βιβλικές αναφορές στην Ασερά.

Τα ειδώλια απεικονίζουν μια θηλυκή μορφή με τα μεγάλα στήθη και τυποποιημένο εικονιστικά ηβικό τρίγωνο. Η Βίβλος αναφέρεται στα ιερά της ως «υψηλοί τόποι» χαρακτηρισμένοι από την Ασερά –που μεταφράζονται χαρακτηριστικά ως «άλση» ή ξύλινοι πόλοι, αλλά θεωρούνται πλέον σύμβολα της θεάς. Η Ασερά ταυτιζόταν πλήρως με τα δέντρα -ενσωμάτωση της σοφίας στην αρχαία Καναανιτική θρησκεία- και πολλές απεικονίσεις την παρουσιάζουν να αναπτύσσεται από έναν κορμό δέντρου.

Αυτό που προκαλεί περισσότερο την ιουδαιοχριστιανική πίστη είναι ο ισχυρισμός του Ντέβερ ότι τα ιερά κείμενά τους είναι προϊόν μιας μικρής, αλλά αυξανόμενης λογοτεχνικής και θεολογικής ελίτ της Ιερουσαλήμ. Ο μονοθεϊσμός βάσει αυτής της υπόθεσης είναι μεταγενέστερη ανάπτυξη, πιθανώς της ύστερης Περσικής ή Ελληνιστικής περιόδου, αρκετά μετά τη βαβυλώνια αιχμαλωσία και συνεπώς προβολή των συγγραφέων και συντακτών της Βίβλου. Κάτι τέτοιο βέβαια έρχεται σε αντίθεση με τη συμβατική κατανόηση των βιβλικών κειμένων, τα οποία περιγράφουν την ιστορία της γένεσης της ανθρωπότητας από έναν αρσενικό Θεό, τον Γιαχβέ, την αποκλειστική καθοδήγηση ενός εκλεκτού λαού στη δημιουργία ενός έθνους και του κοινού πεπρωμένου ενός νομαδικού αγροτικού λαού που έγινε γνωστός με το όνομα Ισραηλίτες.

H ράβδος (πόλος) της Ασερά (πληθ. αρσ. ασερίμ) είναι πιθανώς κάποιο ραβδί ή δένδρο φυτευμένο προς τιμήν της θεάς και αναφέρεται σε αρκετές περιπτώσεις στη Βίβλο (Έξοδος, Δευτερονόμιο, Κριταί, Βασιλέων Α΄- Β΄, στον Ησαΐα και τον Ιερεμία). Οι πόλοι κατασκευάζονταν -λειτουργούσαν και ως αποτροπαϊκά σύμβολα για τυμβωρύχους- μάλλον από ξύλο τις περισσότερες φορές, όπως φαίνεται από την εντολή του Θεού στον Γεδεών να κόψει τον πόλο της Ασερά που βρισκόταν δίπλα στον βωμό του Βάαλ και να χρησιμοποιήσει το ξύλο για πύρινη προσφορά. Ο Γεδεών φοβόταν τόσο την οικογένειά του και τους συμπολίτες του, που πήρε μαζί του δέκα από τους υπηρέτες του και το έκοψε τη νύκτα. Στην Παλαιά Διαθήκη γίνεται φανερό ότι ο Θεός δεν συμπαθούσε τις ράβδους της Ασερά και είναι γενικώς εμφανής η προσπάθεια καταστροφής των συμβόλων της. Στο Δευτερονόμιο, ιστ΄ 21, αναφέρεται «Ου φυτεύσεις σεαυτώ άλσος, παν ξύλον, παρά το θυσιαστήριον του Θεού σου ου ποιήσεις σεαυτώ».

Για να κατανοήσουμε την εξελισσόμενη φύση της έννοιας του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη, είναι ουσιαστικό να εξετάσουμε τον ευρύτερο και αρχαιότερο τομέα των Καναανιτικών θεοτήτων της Συρίας-Παλαιστίνης, γιατί εκεί θα βρούμε όχι μόνο τον «Θεό πίσω από το Θεό», τον αρχαίο των ημερών που λατρεύτηκε από τον Αβραάμ και τον Ιακώβ και αναζωογονήθηκε από τον Δανιήλ και τους αποκαλυπτικούς, αλλά και αρχέτυπα που μας οδηγούν πίσω στους θεούς και τις θεές της γονιμότητας, από τους οποίους προήλθαν αρχικά οι έννοιες της θεότητας.

Οι Σημίτες διαιρούνται γενικά στους ανατολικούς, που αντιπροσωπεύονται από τους Ασσύριους και τους Βαβυλώνιους και τους δυτικούς που χωρίζονται ανάμεσα στους νότιους στην Αραβία και την Αιθιοπία και τους βόρειους στην Παλαιστίνη και τη Συρία. Ο όρος κα-να-να-ούμ χρησιμοποιείτο από τους γηγενείς από το 3500 Π.Κ.Ε., (Aubet). Η εβραϊκή λέξη κανα'ανί σήμαινε έμπορος, αλλά το αρχικό νόημα πιθανώς προήλθε από το ακκαδικό κιναχχού το κοκκινοβαμμένο μαλλί.

Κεντρική θεότητα για τους Σημίτες ήταν ο Ελ, ο αρχαίος πατέρας-θεός δημιουργός και η σύζυγός του, η Ατιράτ ή Ασερά. «Και οι δύο ήταν αρχέγονες υπάρξεις, καθώς υπήρχαν ανέκαθεν». Ο Ελ, του οποίου το όνομα σήμαινε απλά «ο Θεός» ήταν ο δημιουργός και ο γεννήτορας, ο επόπτης της σύλληψης, εκείνος που γέννησε τους θεούς, που αποκαλείτο επίσης Ταύρος Ελ ως συνέχεια του αρχαίου θεού-ταύρου της γονιμότητας. Η Ασερά και ο Ελ καθίστανται έτσι σύμβολα του ιερού γάμου του θηλυκού και του αρσενικού, του ταύρου και της γήινης θεάς. Ο Ελ υποτίθεται βγήκε από τη θάλασσα για να ζητήσει από δύο θεές, πιθανώς η μία ήταν η Ατιράτ και η άλλη η Ανάτ, να επιλέξουν αν ήθελαν να είναι σύζυγοί του ή κόρες του. Επέλεξαν το πρώτο. Απόγονοί τους ήταν ο Σαχήρ και ο Σαλήμ, το άστρο του πρωινού και το άστρο του δειλινού.

Πολλά από τα αρχέτυπα που αναγνωρίζουμε σήμερα ως Γιαχβέ έχουν την προέλευσή τους στον Ελ. Είναι ο αρχικός Θεός δημιουργός -ο «δημιουργός των δημιουργημένων πραγμάτων»- κάτι που περιλαμβάνει σίγουρα τη γονιμότητα, αλλά μπορεί επίσης να περιλάβει τη δημιουργία του ουρανού και της γης όπως με τους μεσοποτάμιους Μαρντούκ και Τιαμάτ, η μυθολογία των οποίων προέρχεται εν μέρει από τους αρχαιότερους Καναανιτικούς μύθους. Ο Ελ ήταν ο προαιώνιος, ο πατέρας και κριτής. Ήταν μια βασιλική και ευγενική μορφή, αγαθοεργή αλλά όχι μη εξελίξιμη. Ήταν ο θεός των διαταγμάτων και ο πατέρας του βασιλιά. «Ήταν ευθύνη του η εξασφάλιση εκείνης της ισορροπίας μεταξύ όλων των συγκρουόμενων και ανταγωνιστικών δυνάμεων». Έτσι έγινε σεβαστός από τους άλλους θεούς – «Η εντολή σου Ελ είναι σοφή, η σοφία σου είναι αιώνια». «Δεν ήταν τυχαίο το ότι αποκλήθηκε ο Ελ «ευγενικός και αγαθοεργός» - ένα πρότυπο που θυμίζει πιθανώς τον «Αλλάχ τον φιλεύσπλαχνο, τον συμπονετικό» του Ισλαμισμού. Όχι ότι ο Ελ ήταν ανίκανος να θυμώσει, καθώς η καταπάτηση του κανόνα στην κοινότητα... θα μπορούσε να τον προκαλέσει, και τότε προέτρεπε τις γειτονικές δυνάμεις να εισβάλλουν και να κατακτήσουν. Για να αποτρέψει τέτοιες καταστροφές ο βασιλιάς έπρεπε να εκτελέσει τις κατάλληλες ιεροτελεστίες εξευμενισμού και να προσφέρει τις ανάλογες θυσίες».

Η Ασερά, η προέλευση της οποίας διαφέρει από εκείνη της Αστάρτης, ήταν η «εν σοφία Κυρία των Θεών» και αποκαλείτο από τους Σουμέριους Ασνάν «η δύναμη όλων των πραγμάτων», μια «ευγενική και όμορφη κυρά» Οι Καναανίτες την ονομάζουν «Αυτή που γεννά τους Θεούς» ως «Κυρία που διασχίζει τη θάλασσα» είναι θεά και της θάλασσας και της Σελήνης. Αν και στην Παλαιά Διαθήκη ταυτίζεται με τα άλση, γεγονός που υποδηλώνει ότι αντλεί την πανάρχαια καταγωγή της από τις προϊστορικές περιόδους του ανιμισμού, φαίνεται πως εξαρχής συμβολίζει την προαιώνια σοφία του Πνεύματος και συνεπώς εκείνη τη δύναμη που βοηθά τον Ελ στη σοφή διακυβέρνηση του κόσμου. Είναι, λοιπόν, η δύναμη που βάζει τάξη στο χάος και τούτο υποδηλώνεται στο θαλάσσιο συμβολισμό της. Η θάλασσα είναι η μήτρα της ζωής. Η Ασερά είναι η αιώνια θηλυκή δύναμη της σχηματοποίησης και της διαμόρφωσης.

Αν και η Καναανιτική μυθολογία διαφέρει από πόλη σε πόλη, η ανακάλυψη των εκτεταμένων αρχείων του έπους του Κερέτ στην Ουγγαρίτ, μας δίνει μια λεπτομερή άποψη των Καναανιτικών θεών και θεαινών, που χρονολογείται από τον συγγραφέα Ελιμελέκ περίπου το 1370 Π.Κ.Ε. Είναι η εποχή κατά την οποία οι βασιλείς κυβερνούσαν παραδοσιακά ως μεσάζοντες των θεών για τη διατήρηση της γονιμότητας της γης. Από αυτή την άποψη ο κεραύνιος Ελ-ταύρος ανήκει στους γονιμοποιούς θεούς που στέκουν δίπλα στη χθόνια-σεληνιακή Μεγάλη Μητέρα και αφομοιώνει τις ιδιότητές της, αφού σε τελική ανάλυση από εκείνην εξαρτάται η παγκόσμια ευφορία.

Με τη γέννηση των νέων θεών και των θεαινών η Ασερά και ο Ελ δεν είναι πλέον οι πρωταγωνιστές του κοσμικού δράματος. Όπως συμβαίνει με τη σουμεριακή και πολλές άλλες μυθολογίες αναπτύσσεται μια κοσμική προσπάθεια για υπεροχή, που εξελίσσεται συνήθως σε θανάσιμο αγώνα. Από εδώ εξυφαίνεται η πλοκή του κοσμικού δράματος και η τραγική γονιμότητα των θεών της Καναανιτικής μυθολογίας. Η διατήρηση της κοσμικής τάξης ενάντια στα ταραχώδη ύδατα του χάους και η άγονη εποχή του θανάτου και του αγώνα, που συνδέεται με τις νέες θεότητες που προκύπτουν από τις κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές. Η Ασερά, ως εκπρόσωπος της Μεγάλης Μητέρας υπήρξε θύμα αυτών των κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών. Αν και η Παλαιά Διαθήκη διακρίνεται για την έντονη πολεμική της ενάντια στον Βάαλ, την Ασερά και την Αστάρτη, ορισμένα από τα κοινωνικά στοιχεία και τις πρακτικές των Εβραίων γίνονται ίσως καλύτερα κατανοητά, μέσα στο εννοιολογικό πλαίσιο της Καναανιτικής μυθολογίας και ιδιαίτερα της λατρείας της Ασερά, ενός απωθημένου αρχέτυπου στο συλλογικό ασυνείδητο που βρίσκει τους δικούς του δρόμους για να κάνει έκδηλη την παρουσία του.