"H φανταστική ελπίδα μπορεί ν' αρπάξει το ίδιο γερά έναν άνθρωπο όσο κι η πραγματικότητα"

"Charles Dickens"

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Αγοραίος Έρωτας

Την περασμένη Κυριακή έτυχε να βρεθώ στα Χανιά με αφορμή μια όμορφη εκδρομή με τους φίλους μου. Αφήσαμε το αμάξι και περιπλανηθήκαμε για κάμποση ώρα, στους δρόμους και στα στενοσόκακα της πόλης .Σε κάθε βήμα που έκανα και κάθε εικόνα που αντίκριζα , ένοιωθα πως ξυπνούσε και μια διαφορετική , ξεχωριστή ιστορία από το μακρινό παρελθόν , που τα σημάδια της αναλλοίωτα στο χρόνο έφταναν ως το σήμερα κι έκαναν αισθητή την παρουσία τους με κάθε ευκαιρία .Μες απ το βλέμμα ενός ηλικιωμένου , τις λαξευμένες πέτρες του κάστρου , τα μαγαζιά της παλιάς πόλης τα σκαλοπάτια ,τα δέντρα. Λες και οι δρόμοι ,είχαν φωνή κι εξιστορούσαν στους διαβατές γλυκές , πικρές , όμορφες κι άσχημες αναμνήσεις. Κάποια στιγμή τα βήματα μας, μας έβγαλαν στη οδό Μίνωος. Κι εκεί αντίκρισα τα σπίτια με τα κόκκινα φωτάκια .
................................................................................
Ο πληρωμένος έρωτας στα Χανιά, όπως και σε κάθε πόλη της Ελλάδας, έχει τη δική του μακρά ιστορία. Ξεσκεπάζοντας το πέπλο της προκατάληψης, περιδιαβήκαμε στις παρόδους της Μίνωος. Μπήκαμε δειλά στην αρχή αλλά χωρίς περιστροφές στα σπίτια με τα κόκκινα φώτα. Δεκαέξι οίκοι ανοχής είναι σήμερα ότι έχει απομείνει από έναν δρόμο που πριν από πολλές δεκαετίες αριθμούσε πενήντα τρία «σπίτια». Κάθε ένα από αυτά κρατά καλά φυλαγμένα τα μυστικά των γυναικών που έχτισαν τη ζωή τους στο περιθώριο της κατά τα άλλα καθωσπρέπει κοινωνίας μας. Η βαριά, γνώριμη για κείνες μυρωδιά, ο χαμηλός φωτισμός στις παλιές κάμαρες, οι χάρτινες ταμπέλες με τα ονόματα, το καθημερινό αλισβερίσι μπορεί να έφθειρε τα καλλίγραμμα κορμιά τους, όχι πάντα όμως και την ψυχή.
Η οδός Μίνωος δεν έπαψε ποτέ να ταυτίζεται με τον αγοραίο έρωτα. Στα 1642 η περιοχή αυτή λεγόταν Τζαρτζακολού, λέξη και τοπωνύμιο που προήλθαν από το Τζεϊτζάρ – Κολού που θα πει Αλγερινό Σώμα, επειδή πρώτοι οι Αλγερινοί μπήκαν από εκεί στην πολιορκημένη από τους Τούρκους πόλη. Αργότερα, πήρε το όνομα του μυθικού βασιλιά της θαλασσοκρατούμενης Κρήτης του οποίου η φήμη και τα κατορθώματα έφτασαν στους μεταγενέστερους. Την παλιά εποχή η οδός Μίνωος έκλεινε με μια μεγάλη ξύλινη θύρα. Οίκοι ανοχής υπήρχαν δεξιά και αριστερά της οδού και χιλιάδες κόσμου, ταξιδευτές που έφταναν στα Χανιά, κατέκλυζαν τα «σπίτια».
Οι ιερόδουλες τότε απαγορευόταν να βγούν από τους οίκους ανοχής. Τις περισσότερες τις έλεγαν Μαρίες επειδή αυτό ήταν το επάγγελμα της Μαρίας της Μαγδαληνής. Ήταν υποχρεωμένες να κατοικούν εκεί και για να εξέλθουν έπρεπε να πάρουν ειδική άδεια από την Αστυνομία. Το τμήμα ηθών επόπτευε τη λειτουργία όλων των σπιτιών. «Πάμε στις χιόνες ή στην Ντάπια» έλεγαν τότε οι άντρες της εποχής. Χιόνες αποκαλούσαν τις νεαρές κοπέλες που πούλαγαν το κορμί τους. Ήταν, όπως θυμούνται παλιοί Χανιώτες, η μια πιο όμορφη από την άλλη. Κορίτσια σαν τα κρύα τα νερά.
Η κ. Ευτυχία, πέρασε τη ζωή της στους οίκους ανοχής. Σήμερα κοντεύει τα 70. Είναι αδύνατη, με άσπρα μαλλιά και πολλές ρυτίδες. Τη συναντήσαμε στο καφενεδάκι της οδού Μίνωος. Κάποιες μέρες απασχολείται ως «υπηρεσία», έτσι λέγονται οι κυρίες που κρατούν την πελατεία στους οίκους ανοχής. Τις νύχτες τις περνά στο νοσοκομείο λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει.
Ο κ. Νίκος, γραφική φυσιογνωμία, στα 75 του έχει πολλά να θυμηθεί για την οδό Μίνωος. Εξήντα χρόνια ζει εκεί. Ήταν έμπορος υποδημάτων. «Πούλαγα μοντέρνα παπούτσια που τα αγόραζαν μόνο οι γυναίκες των «σπιτιών». Η ασφάλεια τότε μας κυνηγούσε. Όσοι φοράγαμε κοντά παντελόνια μας έπαιρνε μέσα. Εμάς η ασφάλεια μας γνώριζε. Ποτέ δε μου είπαν έλα». Θυμάται σαν να ήταν χθες τα κορίτσια των οίκων ανοχής. «Ερχόταν ο κόσμος εδώ για τη βίζιτα. Άλλο μέρος δεν υπήρχε. Παίρνανε και κορίτσια και παντρεμένες γυναίκες, αλλά ποτέ δεν έβγαιναν έξω στο δρόμο. Γι αυτή τη δουλειά υπάρχει μόνο η Μίνωος. Ότι θέλεις εδώ θα το βρεις».
Η ΜΙΝΩΟΣ ΣΗΜΕΡΑ
Από τα χρόνια των πενηνταριών οίκων ανοχής, μέχρι σήμερα πολλά έχουν αλλάξει στην οδό Μίνωος. Στα σπίτια δουλεύουν πια εκτός από αλλοδαπές κοπέλες και τραβεστί. Υπάρχουν όμως και ιερόδουλες που μετρούν πάνω από δεκαπέντε χρόνια στα στενοσόκακα της περιοχής. Είναι γυναίκες ιδιοκτήτριες που εξακολουθούν όμως να παρέχουν τις υπηρεσίες τους. Τα πράγματα δεν είναι πάντα ρόδινα στη δουλειά τους. Κάποιοι από τους ιδιοκτήτες των σπιτιών, ευτυχώς ελάχιστοι, επιχειρούν να ελέγξουν τα πορνεία, φτάνοντας συχνά σε ακραίες ενέργειες , όπως απαγωγές ιερόδουλων. Οι οίκοι ανοχής έχουν συγκεκριμένο ωράριο λειτουργίας. Ανοίγουν στις 9 το πρωί και κλείνουν πάντα στις 12 τα μεσάνυχτα. Ποτέ περισσότερο γιατί υπάρχει το ρίσκο και ο κίνδυνος των μεθυσμένων και βίαιων ίσως πελατών.
Υπέρογκα είναι και τα ενοίκια που ζητούν οι ιδιοκτήτες για τα παλιά σπίτια που στεγάζουν τον πληρωμένο έρωτα. Για παλιές κατοικίες λίγων τετραγωνικών μέτρων, κάποιες ιερόδουλες πληρώνουν 1.500 ευρώ μηνιαίως. Η συντήρηση των οίκων ανοχής είναι φυσικά δική τους υπόθεση. Πρόκειται ουσιαστικά για μικρές επιχειρήσεις, όλες νόμιμες. Οι ιδιοκτήτριες πληρώνουν τα προβλεπόμενα στην εφορία ενώ κάθε οίκος υποχρεούται να εκδίδει αποδείξεις για τις υπηρεσίες που παρέχει. Κάθε επίσκεψη, που συνήθως δεν ξεπερνά σε διάρκεια τα δεκαπέντε λεπτά, τους αποφέρει κέρδος είκοσι πέντε ευρώ.
Όλες οι εργαζόμενες είναι ασφαλισμένες στο ΙΚΑ ενώ κάθε δεκαπέντε ημέρες υποβάλλονται σε γυναικολογικές και αιματολογικές εξετάσεις. Συχνά αναγκάζονται να μεταβούν στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου για να εξεταστούν από δερματολόγο. Στο βιβλιάριο που ελέγχει η Διεύθυνση Υγείας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χανίων αναφέρεται : « Η ελεύθερη γυναίκα …Μαρία …εξετάσθη και ευρέθη …υγιής ».

Ιστορίες ζωής
Παρέα με έναν καφέ και υπό τους ήχους λαϊκών τραγουδιών δύο ιερόδουλες μου εξιστόρησαν τη δική τους πορεία. Το όνομα τους ίδιο: Μαρία. Οι ιστορίες τους διαφορετικές. Είναι και οι δύο γυναίκες γύρω στα 40, που κουβαλούν εμπειρίες από την παιδική και εφηβική τους ηλικία. Απόλυτα συνειδητοποιημένες, μητέρες παιδιών για τα οποία δηλώνουν υπερήφανες. Σήμερα περιμένουν να γίνουν γιαγιάδες. Δε νοιώθουν ντροπή για το δρόμο που διάλεξαν. Ήταν επιλογή ζωής ή το πεπρωμένο…
ΜΑΡΙΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ
Η Μαρία με τα μαύρα μαλλιά και τα μεγάλα εκφραστικά μάτια εκδίδεται εδώ και δεκαέξι χρόνια. Διατηρεί οίκο ανοχής στην οδό Μίνωος. «Παντρεύτηκα στα 13 μου και χώρισα στα 17. Έμεινα με δύο μωρά στην αγκαλιά. Έπρεπε να τα μεγαλώσω και να τα σπουδάσω μόνη μου. Δεν είχα βοήθεια από κανέναν. Πολλές φορές μετανιώνω αλλά τη ζωή τη φέρνει η μοίρα και η τύχη μας. Δεν ξέρεις τι θα σου βγει. Ξεκινάς ένα γάμο, παιδιά. Όταν έχεις ένα μωρό κι άλλο ένα έξη μηνών και κοιμάσαι σε μια σκάλα στου Φιλλοπάπου γιατί δεν έχεις που να πας, κάπου σε τέτοιο δρόμο θα σε βγάλει η ζωή. Τα παιδιά μου τα έβλεπε μια θεία μου ή έβαζα γυναίκα. Όλα μου τα λεφτά πήγαν στα τηλέφωνα, στις σπουδές. Λεφτά δεν έκανα. Έκανα όμως παιδιά με πτυχία και ευχαριστώ γι αυτό το Θεό και την Παναγία».
Οι γονείς της Μαρίας δεν έμαθαν ποτέ γι αυτή την επιλογή της. Σπούδασε τα παιδιά της και τα έκανε μεγάλους επιστήμονες. Πάντρεψε το γιό της και η κόρη της είναι αρραβωνιασμένη. « Αυτή τη στιγμή περιμένω να γίνω γιαγιά. Είμαι όμως άρρωστη. Έχω μια μορφή καρκίνου στο στήθος και δεκαέξι χειρουργεία. Κρατάω αυτό το «μαγαζί» για να παντρέψω και το άλλο μου παιδί και να γίνω κι εγώ καλά. Δεν ξέρω που θα καταλήξει η υγεία μου» συνεχίζει.
Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια της Μαρίας. Τα μάτια της βούρκωναν συχνά την ώρα της κουβέντας. Μου εξηγεί πως υπήρξαν στιγμές που μετάνιωσε γι αυτό που έκανε. Στιγμές που θα ήθελε μια φυσιολογική ζωή, με έναν σύντροφο. Λέει όμως ότι σ αυτή τη δουλειά πρέπει να επιλέξεις. « Προτίμησα τα παιδιά μου. Να προσφέρω μόνο στα παιδιά μου. Με ξέρει όλος ο νομός Χανίων και ξέρει πως αγωνίστηκα μόνο για τα παιδιά μου» τονίζει. « Δε θέλω ποτέ κανείς να με εκμεταλλευτεί. Προσπάθησαν πολλοί, αλλά δεν έδωσα το δικαίωμα».
Τα παιδιά της Μαρίας μεγάλωσαν χωρίς να μάθουν για το επάγγελμα της. Τους έλεγε ότι διατηρεί ένα μπαράκι. Μέχρι τη στιγμή που κάποιος θέλησε να καταστρέψει αυτό που ή ίδια είχε διαφυλάξει στα δύσκολα χρόνια της ζωής της. « Όταν ο γιος μου μπήκε σε μια καλή θέση εργασίας, αφού είχε απολυθεί από φαντάρος την ημέρα του αρραβώνα του, του είπαν την αληθινή μου δουλειά. Έφτασα στα όρια αυτοκτονίας. Το παιδί μου όμως είδε ότι δεν τους είχα πετάξει σε ιδρύματα. Τους προσέφερα τα πάντα και επειδή είναι λογικός τα κατάλαβε».
Η ΜΑΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΡΑΖΙΛΙΑ
Η ιστορία της Μαρίας από τη Βραζιλία, ιερόδουλης με δικό της οίκο ανοχής στη Μίνωος έχει πολλά κοινά σημεία με αυτή της συναδέλφου της. «Γνώρισα έναν Έλληνα στη Βραζιλία, ερωτευτήκαμε, αραββωνιαστήκαμε και ήρθαμε στην Ελλάδα όπου παντρευτήκαμε. Η πεθερά μου δε με ήθελε, έτρωγα ξύλο από αυτήν. Έζησα δέκα χρόνια με τον άντρα μου. Έχω τρία παιδιά από τα οποία μόνο το ένα μόνο μου μιλάει. Στα άλλα κάνανε πλύση εγκεφάλου. Δεν ξέρουν βέβαια τι δουλειά κάνω, ξέρουν ότι έχω καφενείο. Η πεθερά μου μας χώρισε».
Σε νεαρή ακόμα ηλικία αρχίζουν οι φουρτούνες της ζωής. Τον πρώτο καιρό μετά το χωρισμό της εργάζεται ως αποκλειστική νοσοκόμα στο νοσοκομείο «Σωτηρία» στην Αθήνα. Τότε έπαιρνε πέντε χιλιάδες δραχμές. Τα χρήματα ήταν ελάχιστα για να μεγαλώσει τα τρία της παιδιά. «Έφτασα σε ένα σημείο που δεν μπορούσα να τα ζήσω γιατί είχα άλλα δυο παιδιά στη Βραζιλία από τον πρώτο μου γάμο. Αργότερα τα πήρε ο πρώην άντρας μου. Γύρναγα από δω κι από κει. Όπου κι αν έπιανα δουλειά με παρενοχλούσαν σεξουαλικά . Αν δεν υπέκυπτα στις ορέξεις τους με έδιωχναν. Κάποια στιγμή κουράστηκα. Έπιασα δουλειά σε μπαρ όπου γνώρισα μια κοπέλα από οίκο ανοχής. Είδα ότι έβγαζε χρήματα και είπα γιατί να μην το κάνω αφού έτσι κι αλλιώς όπου και να πάω αυτό μου ζητούν».
Κάπως έτσι κατέληξε στη Μίνωος η Μαρία και σήμερα δηλώνει ότι δεν το έχει μετανιώσει. Είναι πια 15 χρόνια σε οίκους ανοχής. Στήριξε οικονομικά τα παιδιά της και τους φτωχούς γονείς της στη Βραζιλία. Τώρα …χαμογελά ικανοποιημένη. «Γνώρισα ένα καλό άνθρωπο με τον οποίο είμαστε 13 χρόνια μαζί και με βοηθάει. Μου έδωσε το καφενείο να το δουλεύω και έχω και τον οίκο ανοχής που εκεί έχω γυναίκα. Αν δεν έχω αναγκαστικά δουλεύω εγώ. Αυτή είναι η ζωή μου …Δεν έχω μετανιώσει. Έχω έναν οίκο ανοχής και δεν το βρίσκω κακό. Είμαι καθαρή. Καλύτερα από το να είμαι στους δρόμους ή να κλέβω».

ΦΑΚΕΛΟΙ ΧΑΝΙΑ
ΘΕΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ "ΧΑΝΙΩΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου